Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Αναφερθήκαμε ήδη στο «Ζυθοπωλείον» του Ζαχαρία Μπερνιουδάκη στην οδό Φωκίωνος 3, κοντά στην Ερμού. Αφορμής δοθείσης επεκτείνουμε την έρευνά μας στην οικογένεια αυτή και τα κύρια μέλη της τα οποία ασχολήθηκαν και μάλιστα επιτυχημένα με την ίδρυση και λειτουργία Ζυθοπωλείων στην Αθήνα και τον Πειραιά. Ενώ τόσα γνωρίζουμε για άλλες οικογένειες που ασχολήθηκαν με το ίδιο αντικείμενο, όπως π.χ. τη μακροημερεύσασα οικογένεια Φιξ, ελάχιστα έχουν γραφεί για την οικογένεια Μπερνιουδάκη και τα εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέλη της τα οποία λειτούργησαν ανάλογα καταστήματα.
Κυρίως με τον Στυλιανό Μπερνιουδάκη, αδελφό του Ζαχαρία και τον Γεώργιο Γουλιέλμο, γαμπρό του Στυλιανού. Αξιομνημόνευτα πρόσωπα που άφησαν βαθιά τα ίχνη τους στα ζητήματα αναψυχής των Αθηναίων και των Πειραιωτών. Εξάλλου, εντρυφώντας στη λειτουργία των ζυθοπωλείων και των μπυραριών τόσο στα τέλη του 19ου αιώνα όσο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, καταγράφουμε ανθρώπινες ιστορίες, οι οποίες μας μεταφέρουν στα ήθη και τα έθιμα της εποχής, στην ψυχολογία των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων και τη διαμόρφωση των μηχανισμών ψυχαγωγίας τους.
Τα ζυθοπωλεία του Στυλιανού
Ο ρομαντικός Ζαχαρίας Μπερνιουδάκης, ο οποίος είχε ιδρύσει «Ζυθοπωλείον» στην Αθήνα, με ιδιαίτερη επιτυχία, ήταν εκείνος που αποφάσισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στον ανερχόμενο, από κάθε άποψη, Πειραιά. Οπότε, άνοιξε ζυθοπωλείο στον Πειραιά, τον Ιούλιο 1874, επιλέγοντας μάλιστα την άριστη θέση κοντά στη Βασιλική Αποβάθρα. Οι σχετικές ειδήσεις ανέφεραν ότι γνωρίζει το αντικείμενο εκ μακράς πείρας και πως «θα κοσμήση καταλλήλως κεντρικώτατον μέρος του Πειραιώς, και εις τους ξένους και εις τους εντοπίους θα επιδεικνύη τη δυνατήν τελειοποίησιν του είδους τούτου της βιομηχανίας»[1]. Oπως διαφήμιζε, πέρα από τον γνήσιο ζύθο που προσέφερε, διέθετε και σπουδαίους εγχώριους αλλά και ξένους οίνους από τα καλύτερα εργοστάσια της Ευρώπης. Στα εδέσματα, δε, περιλαμβάνονταν αστακοί, τόνοι, σαρδέλες, χοιρομέρια, αλλά και ελβετικά τυριά.
Την επιτυχημένη δραστηριότητά του σε Αθηνά και Πειραιά ακολούθησε και ο αδελφός του Στυλιανός, ο οποίος ίδρυσε δύο επίσης επιτυχημένα ζυθοπωλεία στο επίνειο της πρωτεύουσας. Το ένα και πιο γνωστό, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο 1881, βρισκόταν κοντά στον Τινάνειο κήπο. Συγκεκριμένα στην οικία του σπουδαίου Καθηγητή Ιατρικής Θεοδώρου Αφεντούλη (1824-1893) που βρισκόταν μπροστά στον Τινάνειο Κήπο. Παρήγαγε πρώτιστης ποιότητας αφρώδη ποτά και είχε εξοπλιστεί με εξελιγμένη μηχανή για την κατασκευή σέλεζ, λεμονάδας, γκροκ, ταμαρίνθου, φραμποάζ. Διέθετε φυσικό ζύθο εγχώριο, αλλά και Βιέννης, καθώς και παντοειδή ευρωπαϊκά ποτά, τυριά Ελβετίας, κρύα φαγητά, ως και τσιγάρα Αβάνας.
Και ξενοδοχείο
Εκεί συγκεντρωνόταν κάθε απόγευμα η εκλεκτότερη κοινωνία του Πειραιά. Το 1882 ο Στυλιανός Μπερνιουδάκης μετασχημάτισε το άνω πάτωμα του καταστήματός του σε ξενοδοχείο ύπνου με το όνομα «Αι Αθήναι». Τα χαρακτηριστικά του ήταν η κεντρικότατη θέση, η εξαιρετική θέα, τα καινούργια έπιπλα και οι λογικές τιμές. Το δεύτερο ζυθοπωλείο του βρισκόταν στη «Συνοικία Τσίλλερ» και ονομαζόταν «Η Καλλιθέα». Δεν έλειπαν, βεβαίως, και τα «σκανδαλάκια», τα οποία απασχολούσαν την Πειραιώτικη κοινωνία.
Όπως συνέβη τον Μάρτιο 1888, στο περιθώριο των διεξαγόμενων λεμβοδρομιών. Πολύς κόσμος στην περιοχή, πολίτες, μαθητές, ευέλπιδες, δόκιμοι και γυναίκες και ανάμεσά τους βρέθηκαν και τρεις κληρικοί οι οποίοι αποφάσισαν να ξεδιψάσουν στου Μπερνιουδάκη. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Αμέσως είδε τις στήλες των εφημερίδων «Καταγγελία» απευθυνόμενη «εις τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτη», η οποία εν ολίγος ζητούσε να επιπληχθούν αρμοδίως για την απρέπειά τους «να πίνουν μπύραν οι ευλογημένοι επιδεικτικώς»[2].
Τραπεζοκαθίσματα
Όπως συνέβαινε στην Αθήνα, έτσι και στον Πειραιά μεταφερόταν η συνήθεια των καταστημάτων να απλώνουν αλόγιστα τραπεζοκαθίσματα όπου ευνοούσε την εργασία τους. Μόνο που στην Αθήνα οι διαμαρτυρίες ήταν εναντίον των τραπεζοκαθισμάτων, ενώ στον Πειραιά ήταν υπέρ τους. Σιωπηρά είχε επιτραπεί από την δημαρχία να τοποθετούν τα καταστήματα τραπεζοκαθίσματα στον Τινάνειο Κήπο.
Ο φύλακάς του όμως, ένας γέροντας που τα… έτσουζε για τα καλά, εξεδίωκε τους πελάτες του καταστήματος του Σ. Μπερνιουδάκη και έκλεινε τον κήπο. Οπότε οι διαμαρτυρίες ζητούσαν όπως «αφίνη ανοικτόν τον κήπον κατά το θέρος μέχρι της 11 της νυκτός, ένθα χάριν αναψυχής μεταβαινουσι πολλοί των συμπολιτών, ίνα πίωσιν ολίγα ποτήρια αφρόνετος ζύθου εκ του καλλίστου ζυθοπωλείο του κ. Μπερνιουδάκη»[3].
Προς τα τέλη της ίδιας δεκαετίας, της δεκαετίας 1880, η πελατεία των ζυθοπωλείων αυξανόταν, με αποτελέσματα να… ξεφυτρώνουν κι άλλα ζυθοπωλεία στην αγορά του Πειραιά. Όπως το «Ζυθοπωλείον» του Τσιρουλή, αλλά και το επίσης «Ζυθοπωλείον» Τσοκαρόπουλου κάτω από το Δημαρχείο. Η σχετική είδηση του 1889 αναφέρει ότι «και τα δύο ταύτα καταστήματα συγκεντρούσι πολύν ζυθοποτικόν κοσμον καθημερινώς, χωρίς να στερήται τον αρχαίον συναδελφόν τω, την πολλήν του πελατείαν την εκλεκτήν, εξ ου αποδεικνύεται, ότι αυξηθέντων των ζυθοπωλείων, ηύξησαν και οι ζυθοπόται. Καλή και αύτη διά τον Πειραιά πρόοδος». Εν ολίγοις αποκτούσε και ο Πειραιάς, τα δικά του στέκια αναψυχής.
«Μπύρα Γουλιέλμου»
Ένα ακόμη μέλος της οικογένειας, ο Γεώργιος Γουλιέλμος, ο οποίος νυμφεύτηκε την αδελφή των Ζαχαρία και Στυλιανού, θα δημιουργήσει τη δική του Μπυραρία, σε ένα από τα κεντρικότερα σημεία των Αθηνών, την πλατεία Συντάγματος. Η «Μπύρα Γουλιέλμου», όπως την ήξεραν οι περισσότεροι, άνοιξε τις πύλες της το 1888, όταν η Αθήνα βίωνε πανηγυρικό κλίμα: Επρόκειτο να εορταστεί η 25ετηρίδα του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην Ελλάδα. Βρισκόταν στην οδό Όθωνος, εκεί όπου αργότερα εγκαταστάθηκαν τα γραφεία της Ολυμπιακής Αεροπορίας και δίπλα στην Οικία Γ. Κατσίμπαλη. Έως τότε, σε εκείνο το σημείο υπήρχε απλά μια ελεεινή μάντρα, που ήταν εστία δυσωδίας, ιδιαίτερα ύστερα από βροχή.
Εκεί, λοιπόν, ανεγέρθηκε το κατάστημα, το οποίο διέθετε δροσερό περίβολο και καλή κουζίνα. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε πασίγνωστο στην πόλη και στους επισκέπτες της, κανείς δεν έμαθε που όφειλε το όνομά του. Ήταν, λοιπόν, το μικρό όνομα του ιδιοκτήτη του, του Γεωργίου (Ζωρζή) Γουλιέλμου, ενός από τους επιτυχημένους επιχειρηματίες παρόμοιων κέντρων της εποχής. Λίγο πιο δίπλα βρισκόταν το περίφημο «Ξενοδοχείον των Ξένων». Το κατάστημα αυτό δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί και το πλήθος των ξένων περιηγητών, οι οποίοι κατέλυαν σε ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος και έγινε το κέντρο της νεολαίας και των πνευματικών κύκλων της εποχής.
Πλούσια και εκλεκτική διακόσμηση, ωραίοι καθρέφτες, εικόνες αρχαίων μνημείων, εύστοχη εσωτερική χωροταξία και τριγύρω ένας πανέμορφος κήπος ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Οι φίλοι της μπίρας απολάμβαναν το ποτό τους χωρίς οχλοβοή και ενόχληση. Εάν μάλιστα κάποιος ήθελε να γευματίσει, ουδέποτε θα έβρισκε το κατάστημα να στερείται φαγητού. Οι μεζέδες, τα κρύα φαγητά και τα φαγητά της ώρας ήταν πραγματικά μοναδικά. Ορχήστρα παιάνιζε κάθε ημέρα από τις 5 μετά μεσημβρίας έως τις οκτώ τα ωραιότερα μουσικά έργα.
Η «Τριάς» του Συντάγματος
Η «Μπυραρία» πρόβαλλε και μια καινοτομία: Η μπίρα της ταξίδευε από το υπόγειο στο ισόγειο με μηχανήματα! Θεωρούνταν τεχνικό επίτευγμα για την εποχή το γεγονός ότι η μπίρα «ταξίδευε» αφρώδης μέσω σωλήνων, για να καταλήξει δροσερή στο ποτήρι του πελάτη. Επρόκειτο, βεβαίως, περί αντλίας που είχε τοποθετήσει ο ιδιοκτήτης για τη μεταφορά της μπίρας από τα βαρέλια στην κάνουλα του πάγκου. Δημιούργησε δε και αναγνωστήριο εγχώριων, αλλά και ευρωπαϊκών εφημερίδων.
Το 1899 στο λαμπρό αυτό ζυθοπωλείο προστέθηκαν μέσω ένωσης με το πίσω οίκημα αίθουσες αποκλειστικά για οικογένειες, επιπλωμένες πολυτελέστατα και με ιδιαίτερη καλαισθησία. Στα κομψότατα αυτά σαλονάκια κάθε οικογένεια μπορούσε να περάσει τερπνότατες ώρες, απολαμβάνοντας τον άριστο και γευστικότατο ζύθο του καταστήματος. Οπότε στην πλατεία Συντάγματος δημιουργήθηκαν τρία κέντρα που αντιστοιχούσαν στην πολιτική, την πνευματική και την κοινωνική ζωή των Αθηνών. Του Ζαχαράτου όπου… συνεδρίαζε η Γερουσία. Η «Μπύρα Γουλιέλμου» όπου κορυβαντιούσαν οι νεαροί επιστήμονες, ανάμικτοι με πνευματώδεις και μη λογίους της εποχής. Αργότερα, δε, το κοσμικό «Ζαχαροπλαστείον Ζαβορίτη».
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 7 Οκτωβρίου 2026.



