Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Ο πολυύμνητος Υμηττός, στα κράσπεδα του οποίου απαντώνται τα μοναστηριακά μνημεία της προσήλωσης των Αθηναίων στη θρησκεία των πατέρων τους, έχει μεταξύ των άλλων και αξιόλογου ενδιαφέροντος εκπαιδευτικές σελίδες. Όπως το γεγονός ότι υπό τη στέγη της αρχαιοτάτης Μονής της Καισαριανής λειτούργησε σχολείο κατά τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Εκεί διδάχθηκαν τα ελληνικά γράμματα μικροί μαθητές Αθηναϊκών οικογενειών. Οδηγούνταν εκεί κάθε Δευτέρα για να επανέλθουν στις οικίες τους κατά το απόγευμα του Σαββάτου.
Στο χρονικό του μοναστηριακού αυτού σχολείου απαντάται το όνομα της παλαιότατης Αθηναϊκής οικογένειας Καβαλλάρη. Από τα μέλη της, ο Θεοφάνης Καβαλλάρης υπήρξε επιφανής διδάσκαλος και αργότερα ηγούμενος της Μονής Καισαριανής. Η οικογένεια Καβαλλάρη χρονολογείται στην Αθήνα από τον 17ο αιώνα. Τα περισσότερα από τα μέλη της ασχολούνταν με το εμπόριο. Κατά τις αρχές όμως του 18ου αιώνα διέπρεψε στα γράμματα ο Ιωάννης και κατόπιν ο Θεοφάνης Καβαλλάρης.
Κατά τον απελευθερωτικό αγώνα του Εικοσιένα, η οικογένεια προσέφερε στο Γένος αξιόλογες υπηρεσίες. Όχι ένας, αλλά τρεις από τους άνδρες της, οι αδελφοί Αντώνιος, Δημήτριος και Σωτήριος υπήρξαν σπουδαίοι παράγοντες και ανδραγάθησαν πραγματικά κατά τους αγώνες περί την Ακρόπολη. Ο πρώτος μάλιστα έπεσε κατά την επίθεση στην τρίτη πύλη του Κάστρου, λέγοντας ως τελευταία φράση: «Εμπρός! Στον Παρθενώνα μας!…»[1].
Προηγήθηκαν ωστόσο της θυσίας του ήρωα οι πνευματικοί αγώνες του Θεοφάνη Καβαλλάρη, του οποίου η προσωπικότητα πριν από τον Αγώνα ήταν περισσότερο γνωστή έξω από τα όρια της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας. Έδρασε υπέρ της μόρφωσης στο εξωτερικό, μέχρι το 1709, οπότε κλήθηκε ως διδάσκαλος στην Αθήνα. Πρόκειται περί εξαίρετου άνδρα και επιφανέστατου πατριώτη. Η ευγενέστερη φιλοδοξία του ήταν να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για την οποία στο εξωτερικό πρόφερε υπερήφανα την ταυτότητά του: «Καβαλλάρης ο Αθηναίος».
Ήλθε λοιπόν στο άστυ με τη φλογερή επιθυμία να εργασθεί ως φιλόλογος και θεολόγος για τη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και της ορθόδοξης θρησκείας. Στην Αθήνα κατά την εποχή εκείνη υπήρχε έλλειψη κατάλληλου σχολικού κτιρίου. Οι περισσότεροι διδάσκαλοι δίδασκαν στα σπίτια τους και μερικοί, κυρίως ιερωμένοι, στα μοναστήρια. Έπεισε λοιπόν ο Θεόφιλος Καβαλλάρης τον ηγούμενο της Καισαριανής να παραχωρήσει στέγη στο διδασκαλικό του έργο, ενώ ο τελευταίος φρόντισε να εξασφαλίσει και την τροφοδοσία των μικρών μαθητών.
Έτσι η σχολή αυτή αποτέλεσε μια από τις πιο αξιόλογες σελίδες της εκπαιδευτικής ιστορίας των Αθηνών, αφού φώτισε δύο γενιές αθηναϊκών οικογενειών που έμειναν κατά τα χρόνια της μεγάλης σκλαβιάς πιστές στις ελληνικές παραδόσεις και στα ελληνικά γράμματα. Η παλαιότατη παράδοση να μαθητεύουν τα παιδιά δίπλα σε κάποιον περιώνυμο δάσκαλο συνεχίστηκε και αργότερα.
Το 1720 ήταν η χρονιά που ιδρύθηκε η πρώτη Σχολή από τον ιερομόναχο Γρηγόριο Σωτηριανό, σύμφωνα με τα πρότυπα που ίσχυαν στην Ιταλία και ονομάστηκε «Φροντιστήριον Ελληνικών και κοινών μαθημάτων»[2]. Στεγάστηκε στο τετράγωνο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού. Ο φωτισμένος κληρικός δίδαξε στη Σχολή αυτή ώσπου χειροτονήθηκε επίσκοπος. Στη συνέχεια αφιέρωσε τη Σχολή αλλά και την αξιόλογη για την εποχή Βιβλιοθήκη της στην Κοινότητα των Αθηνών, καθιστώντας εφόρους τους δημογέροντες των Αθηνών. Φρόντισε ακόμη να εξασφαλίσει τη λειτουργία της με φιρμάνι και με πατριαρχικό σιγίλιο. Παράλληλα με τη Σχολή Σωτηριανού ιδρύθηκε το 1790 η περίφημη Σχολή του Ιωάννη Ντέκα. Είχε πλουτίσει στη Βενετία και διέθεσε σημαντικό κεφάλαιο με το οποίο μισθοδοτούνταν οι διδάσκαλοι με 200 δουκάτα ετησίως. Στη Σχολή αυτή δίδαξε πρώτος ο Βησσαρίων Ρούφος και ακολούθησαν ο μοναχός Νεκτάριος και ο ιεροδιάκονος Σωφρόνιος Μπάρμπανος[3].
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2024



