Ο Πολωνός βαρόνος Στανίσλαος που τα έκανε… γυαλιά-καρφιά

Το άγριο μεθύσι του, το καλοκαίρι του 1903, που οδήγησε σε βίαια επεισόδια και στην... απέλασή του

 Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Ταβέρνα στα Εξάρχεια. Σκίτσο Κώστα Δημητριάδη (από τις Συλλογές του Συλλόγου των Αθηναίων).

Αφού ήπιε τόσες τσικουδιές, όσες θα χρειάζονταν για να μεθύσουν δώδεκα Έλληνες, κατόρθωσε να κρατήσει στο πόδι σχεδόν ολόκληρη την πρωτεύουσα. Ήταν το καλοκαίρι του 1903, όταν ο ευγενής Πολωνός, του τμήματος που ανήκε στη Ρωσία φορώντας τη ρεντιγκότα και το ημίψηλό του συνάντησε έναν φίλο του, ο οποίος προ ημερών είχε έλθει από το Παρίσι στην Αθήνα.

Για να τον ικανοποιήσει τον οδήγησε σε ένα οινοπωλείο της οδού Θεμιστοκλέους, όπου άρχισαν να κατεβάζουν τη μία τσικουδιά μετά την άλλη. Η παρέα σύντομα μεγάλωσε και μες το κατακαλόκαιρο και στη ζέστη, οι ατμοί του οινοπνεύματος άρχισαν να ανεβαίνουν στο κεφάλι του βαρόνου Στάνισλαβ Σοπάνσκι ή Στανίσλαο Σοπάνσκη, κατά το ελληνικότερον.

Διέμενε ικανό χρονικό διάστημα στην Αθήνα ο Στανίσλαος, μιλούσε αρκετά καλά τα ελληνικά αλλά φαίνεται πως είχε υπερβολική αδυναμία στο… οινόπνευμα. Φαίνεται, δε, πως είχε υιοθετήσει και ελληνικές συνήθειες, αφού συχνά – πυκνά δημιουργούσε προβλήματα. Όπως, π.χ. ήθελε να κάνει παζάρια ακόμη και για τον καφέ. Ποτέ δεν εννοούσε να καταβάλει το τίμημα που του ζητούσαν. Όταν δε ερχόταν στο τσακίρ κέφι, γινόταν άλλος άνθρωπος. Αναψοκοκκίνιζε, ήταν ευερέθιστος και ενίοτε τραγουδούσε αδιαφορώντας για τους γύρω του ή κάγχαζε θορυβωδώς.

Υπό την επήρεια του αλκοόλ εμφανιζόταν στους δρόμους της πόλης, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε γραφική φιγούρα. Ωστόσο δεν είχε απασχολήσει την Αστυνομία, αφού όλο και κάποιος βρισκόταν να ηρεμήσει τα πράγματα. Εξάλλου, όταν δεν τα… έτσουζε φερόταν ευγενικά, χαμογελούσε και είχε δημιουργήσει αρκετές φιλίες.

Έτσι βρέθηκε να διασκεδάζει με την παρέα του στο Οινοπωλείον των Εξαρχείων. Βροντώδη γέλια και φασαρία, ώσπου θεώρησε ότι κάποιος αμφισβήτησε την ηράκλεια δύναμή του. Αφού έσπασε ένα ποτήρι, σηκώθηκε, ακούμπησε στο πλάι το ημίψηλο και άρχισε να αναποδογυρίζει τα μέλη της παρέας του στον αέρα, λέγοντας: «Να ντεν έχω ντύναμι εγώ; Να!». Όσα ακολούθησαν θυμίζουν σύγχρονη κωμωδία. Γρήγορα συγκεντρώθηκε κόσμος για να παρακολουθήσει τις παλικαριές του Πολωνού, ο οποίος αφού ρήμαξε στο ξύλο την παρέα του, άρχισε να κοπανά βάναυσα και περαστικούς. Γρήγορα εμφανίστηκε αστυνομική περίπολος, η οποία προσπάθησε να τον συλλάβει. Αλλά ακολούθησαν ίδιες σκηνές σε κεντρικούς δρόμους της πόλης.

Μπροστά οι άνδρες της αστυνομίας να δέρνονται με τον Πολωνό και πίσω δεκάδες άνθρωποι να ακολουθούν και να παρακολουθούν το θέαμα. Όπως συνηθίζεται στη χώρα μας, πολλοί ήταν εκείνοι που έβλεπαν τους αστυνομικούς να κυνηγούν τον παραβάτη και έσπευσαν να πάρουν το μέρος του χωρίς να γνωρίζουν τι είχε προηγηθεί. Τα πράγματα ξέφυγαν. Τα όργανα της τάξης, βλέποντας πως κινδυνεύουν, άφησαν τον Πολωνό και άρχισαν να ξυλοκοπούν τους διαμαρτυρόμενους πολίτες. Μαζεύτηκε ακόμη περισσότερος κόσμος. Ένας λοχίας και δύο αστυφύλακες που βρίσκονταν στο σημείο έβγαλαν τα ξίφη τους και επιτέθηκαν στο πλήθος τραυματίζοντας ελαφρά μερικούς, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή. Τελικά, οδηγήθηκε στο κρατητήριο, όπου βέβαια δεν άφησε τίποτε όρθιο, οπότε αναγκάστηκαν να τον δέσουν με αλυσίδες[1].

Οι ύβρεις στους αστυνομικούς και οι εκβιασμοί!

Όσοι κατοικούσαν γύρω από το αστυνομικό τμήμα δεν κοιμήθηκαν εκείνη την ημέρα. Μεθυσμένος ακόμη, ο αξιότιμος βαρόνος ωρυόταν, εξαντλώντας τα υβριστικά επίθετα εναντίον των αστυνόμων. Την επομένη το πρωί, ξεμέθυστος πια ο Στανισλάος, δεν πίστευε όσα είχε κάνει. Κατέβαλε σημαντικότατο ποσό για τις ζημιές που είχε προκαλέσει, ενώ εντυπωσιακός ήταν ο τρόπος που έφυγε από τη χώρα μας: εντός ολίγων ημερών η Διεύθυνση Αστυνομίας Αθηνών, ύστερα από εντολή του υπουργείου Εσωτερικών, διέταξε τον Πολωνό βαρόνο να εγκαταλείψει το ελληνικό έδαφος εντός 24 ωρών. Όπως αποκαλύφτηκε, το «αξιότιμον τούτο υποκείμενον»[2], όπως τον αποκαλούσε ο Τύπος, είχε εκβιάσει και πολίτες, αποσπώντας τους χρηματικά ποσά.