Μονσερά Καμπαγιέ: Η Δόνα της Όπερας αγαπούσε την Ελλάδα

Το 1997 πρόσφερε 12,5 εκατομμύρια δραχμές για το Μουσείο της Ακρόπολης

Γράφει ο Ελευθέριος  Γ. Σκιαδάς

 

Μονσερά Καμπαγιέ. Στιγμιότυπο από τη συνέντευξη Τύπου στο Ξενοδοχέιο «Μεγάλη Βρεταννία, 26 Απριλίου 1994.

 

Λάτρευε την Ελλάδα και ακόμη περισσότερο την Αθήνα. Το όνειρό της ήταν να αποκτήσει σπίτι σε ένα ελληνικό νησί, προσέφερε χρήματα για την ανέγερση του Μουσείου της Ακρόπολης και έδωσε μοναδικές παραστάσεις στη χώρα μας. Ήταν η γεννημένη το 1933 στη Βαρκελόνη της Ισπανίας Μονσερά Καμπαγιέ (Maria de Montserrat Vivivana Conceprión Caballé i Folch). Γεννημένη για καλλιτέχνιδα, σε ηλικία 13 ετών είπε ψέματα ότι ήταν 15 για να γίνει δεκτή στο Κονσερβατουάρ και να εκπαιδεύσει τη φωνή της. Καθιερώθηκε στο διεθνές στερέωμα το 1965 με την ερμηνεία της στη «Λουκρητία Βοργία» του Ντονιτσέτι στο Κάρνεγκι Χολ.

Ως επαγγελματίας, είχε ξεκινήσει την καριέρα της το 1956 και το ρεπερτόριό της περιλάμβανε κυρίως Μότσαρτ και Στράους. Πρώτη φορά επισκέφθηκε τη χώρα μας για μία και μοναδική παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής (26 Απριλίου 1991) με πρωτοβουλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και την Εταιρεία Φίλων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής[1]. Ήδη της είχαν απονεμηθεί περισσότερες από εκατό διακρίσεις, με σημαντικότερη ίσως εκείνη της χώρας της, που έφερε τον υψηλότερο τίτλο, δηλαδή το Παράσημο της Δόνας του Τάγματος της Καθολικής Ισαβέλλας.

Εκείνη γοήτευσε τους Έλληνες με τη φωνή και την τεχνική της και η Ελλάδα αιχμαλώτισε ένα μέρος των αισθημάτων της. «Η Ισπανική μου καρδιά ευχαριστεί το ελληνικό κοινό» συνήθιζε να λέει[2]. Γράφεται συχνά πως η Καμπαγέ προσέφερε χρήματα για την αποκατάσταση του Gran Teatre del Liceu της γενέτειράς της Βαρκελόνης, που είχε καεί τον Ιανουάριο του 1994. Προσέφερε, όμως, και το μισό ποσό από την καθαρή είσπραξη της συναυλίας που έδωσε στο Ηρώδειο, τον Ιούλιο του 1994, για το Μουσείο της Ακρόπολης! Το συνολικό ποσόν ήταν 24.500.00 δραχμές.

Τα μισά έδωσε στο θέατρο της Βαρκελόνης και τα υπόλοιπα στο Ίδρυμα «Μελίνα Μερκούρη» για το Μουσείο της Ακρόπολης. Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός έλαβε πανηγυρικό χαρακτήρα, ενώ στην Ελλάδα ταξίδεψαν μαζί της ο υπουργός Πολιτισμού της χώρας της και ο δήμαρχος της Βαρκελόνης[3]. Το 1995 συνεργάστηκε με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου για την παραγωγή του μουσικού άλμπουμ «Ελ Γκρέκο» και δύο χρόνια αργότερα (1997) θα συνεργαστεί και πάλι με τον Έλληνα δημιουργό για το μουσικό άνοιγμα του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Στίβου.

Σε ένα από τα ταξίδια της στην Ελλάδα -ήλθε τον Μάιο 1997, για να παρουσιάσει τον δίσκο της με τίτλο «Friends for life»- προχώρησε σε δήλωση που αναπαράχθηκε σε όλα τα μέσα του κόσμου. Με αφορμή το γεγονός ότι ο δίσκος αυτός αποσκοπούσε στο σπάσιμο των φραγμών μεταξύ κλασικής και ποπ μουσικής, δήλωσε ότι «θα είμαι πάντα τραγουδίστρια της όπερας, αλλά θα ήθελα να ξέρουν οι σημερινοί νέοι, που είναι οι πολίτες του αύριο, ότι δε είμαστε κλεισμένοι στο γκέτο της όπερας». Και συνέχισε, λέγοντας: «Είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι, δεν ζούμε σε κλουβιά»! Στην παραγωγή αυτή συμμετείχε με δύο τραγούδια του και ο Β. Παπαθανασίου, ο οποίος στο ένα εξ αυτών και για πρώτη φορά τραγούδησε μαζί της[4].

 

 

Οικογενειακή υπόθεση στη σκηνή του Ηρωδείου

Παντρεμένη από το 1964 με τον Ισπανό τενόρο Μπερναμπέ Ματί απέκτησαν δύο παιδιά και η κόρη τους εξελίχθηκε σε σοπράνο. Το 1999 παρουσιάστηκαν στο Ηρώδειο μάνα και κόρη ερμηνεύοντας Ντονιτσέτι, Όφενμπαχ, Μανέ, Πουτσίνι και Μπαρμπιέρι[5]. Έγινε αποδέκτης ύψιστων τιμών και της απονεμήθηκαν παράσημα από Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία και Ιταλία. Το 2015 καταδικάστηκε στη χώρα της για φοροδιαφυγή. Της άρεσε να συλλέγει παλιές βεντάλιες, κιμονό από την Άπω Ανατολή και λουλούδια. Η Μονσερά Καμπαγιέ έφυγε από τη ζωή το περασμένο Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018, σε ηλικία 85 ετών από λοίμωξη στη χοληδόχο κύστη.