Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Στις αρχές της δεκαετίας 1920, με την εξάπλωση του αυτοκινήτου και τη δημιουργία ανεκτών οδικών δικτύων, οι κάτοικοι της Αττικής ανακάλυψαν το Μεγάλο Πεύκο. Ακριβώς απέναντι από τη Μονή της Φανερωμένης της Σαλαμίνας, ήταν περιοχή προσιτή και στα λαϊκά βαλάντια γεγονός που την έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή. Κατά εκατοντάδες και ιδιαίτερα τις Κυριακές σκορπίζονταν κάτω από τα πεύκα και σε πρόχειρες εγκαταστάσεις. Μετέτρεπαν σε πλαζ χωρίς αξιώσεις την πανέμορφη ακρογιαλιά σε έκταση περίπου τριών χιλιομέτρων. Όπως είναι ευνόητο το τοπωνύμιο προήλθε από τον πλούσιο πευκώνα, ο οποίος ήταν ξακουστός σε όλη την Αττική. Όπως πάντα σώζεται και εδώ παράδοση για ένα μεγάλο πεύκο, το οποίο λειτουργούσε ως τοπόσημο για τους Μεγαρείς.
Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1925, όταν επέλεξαν την περιοχή για να εγκατασταθούν οι κάτοικοι της Περάμου των ασιατικών παραλίων της Προποντίδας επί της χερσονήσου της Κυζίκου. Εγκατέλειψαν την πατρίδα τους το 1922 στοιβαγμένοι στα καΐκια τους και εγκαταστάθηκαν προσωρινά άλλοι στην Πέραμο της Καβάλας και άλλοι στην Κούλουρη της Σαλαμίνας. Ίσως για την πρόχειρη εγκατάστασή τους σε εκείνη την περιοχή να διαδραμάτισε ρόλο και η ύπαρξη της Μονής της Φανερωμένης που θύμιζε τον τόπο καταγωγής τους. Στην κοιλάδα του όρους Δινδύμου είχαν τη δική τους Φανερωμένη, με τη θαυματουργό εικόνα της[1].
Παρέμεναν λοιπόν εκεί μέχρι που ήρθε η ώρα για την εγκατάστασή τους, το 1925, απέναντι στο Μεγάλο Πεύκο. Οι νέοι κάτοικοι έδωσαν το δικό τους χρώμα στην περιοχή που έγινε ακόμη πιο φιλόξενη. Περισσότεροι ήταν πλέον οι Κυριακάτικοι εκδρομείς που έφταναν μέχρι εκεί για να απολαύσουν την παραλία.
Τα μπαιν μιξτ, τα μπάνια ανδρών και γυναικών, έδιναν και έπαιρναν. Περιφέρονταν με τα μαγιό απολαμβάνοντας την ελευθερία τους, ξεφαντώνοντας διασκεδάζοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας τσάρλεστον και κάνοντας ποδήλατο. Υπήρχε και η περίφημη κάθοδος των Μεγαρέων με νταούλια, πίπιζες και λατέρνες, οπότε επακολουθούσε του… Κουτρούλη το πανηγύρι. Όσοι επέλεγαν να παραθερίσουν στο Μεγάλο Πεύκο μετατρέπονταν στους καλύτερους διαφημιστές του.
Εκθείαζαν τα θέλγητρά της, τον ανοικτό της ορίζοντα, τη δροσιά της. Πολλοί έπαιρναν άδεια από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων και έστηναν τις σκηνές τους μέσα στον πευκώνα. «Φαίνεται ότι θα έχει την εξέλιξιν της Γλυφάδας, της Βούλας και της Βουλιαγμένης, εφ’ όσον και η συγκοινωνία του είναι καλή και τακτική», έγραφαν οι εφημερίδες, επισημαίνοντας το γεγονός ότι η περιοχή βρισκόταν στον δρόμο προς το Λουτράκι και σε απόσταση 35 χιλιομέτρων από την Αθήνα[2]. Τα αυτοκίνητα της εποχής ήθελαν μιάμιση ώρα για να φτάσουν, λόγω της κατάστασης του δρόμου, ενώ ο σιδηροδρομικός σταθμός της γραμμής Πατρών ήταν σε απόσταση 15 λεπτών. Εξάλλου υπήρχε και τακτική θαλάσσια συγκοινωνία με βενζινάκατους που συνέδεαν τον Πειραιά με τα Μέγαρα.
Μπορεί οι κάτοικοι της Νέας Περάμου να επένδυαν στον τουρισμό, αλλά υπήρχαν και προβλήματα. Τα αυστηρά ήθη τους δεν ταίριαζαν με την ελευθεριότητα μιας πλαζ, όπου κυριολεκτικώς… οργίαζαν τα μπαιν μιξτ. Το θέαμα των μισόγυμνων Τριτώνων και Νηρηίδων που περιφέρονταν στην παραλία προκαλούσε και εξεγέρσεις. Καυγάδες εν ονόματι των απαράγραπτων δικαιωμάτων της ηθικής. Κάθε Κυριακή ντόπιοι και εκδρομείς πρόσθεταν θέαμα στο γλέντι και έδιναν απασχόληση στον χωροφύλακα που αποτελούσε την επιτόπια αστυνομική δύναμη. Γι’ αυτό οι κοσμικές στήλες της εποχής επισήμαιναν πως έπρεπε οι Νεοπεραμιώτες να συνειδητοποιήσουν πως είχε περάσει η εποχή που έφτανε να φανεί ο ποδαστράγαλος της φουντωτής νεραντζούλας για να λάμψει ολόκληρος ο γιαλός[3]!
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 7 Αυγούστου 2015.
Συμπληρωμένη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 10 Ιουλίου 2026.



