Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Λίμνη Κουμουνδούρου αποκαλούμε τη μικρή λιμνοθάλασσα που συναντάμε στα δεξιά της εθνικής οδού Αθηνών – Κορίνθου, μεταξύ Χαϊδαρίου και Ασπρόπυργου. Η λίμνη σχηματίστηκε τεχνητά στην αρχαιότητα, πήρε το όνομα Ρειτός, θεωρείτο ιερή και αφιερωμένη στη Θεά Δήμητρα και στην κόρη της Περσεφόνη και δικαίωμα αλιείας είχαν μόνον οι ιερείς της Ελευσίνας. Ο πληθυντικός Ρειτοί οφειλόταν στο γεγονός της ύπαρξης και δεύτερης λίμνης δίπλα στην πρώτη η οποία αποστραγγίστηκε τη δεκαετία 1950.

Ψάρεμα στα νερά της λίμνης Κουμουνδούρου (πρώτο μισό δεύτερης δεκαετίας του περασμένου αιώνα). Ανέκδοτη φωτογραφία από το αρχείο οικογένειας Ξακουστή-Σύλλογος των Αθηναίων.
Με την απελευθέρωση από τους Τούρκους η λίμνη, όπως και όλες οι λίμνες, πέρασε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου και εντάχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια κτήματα, το περίφημο Εθνικό Υποστατικό «Δαφνί – Στεφάνι»[1]. Εξαιρετικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον, στα χρόνια του Όθωνα, παρουσίαζαν τόσο το δικαίωμα λειτουργίας ιχθυοτροφείου στη λίμνη, όσο και δύο Μύλοι που υπήρχαν κοντά και είχαν εγκαταλειφθεί.
Δεν έχει γραφτεί ακόμη ο πραγματικός λόγος για τον οποίο το θεσπέσιο αρχαίο τοπωνύμιο Ρειτοί, το οποίο και ο Παυσανίας φρόντισε να διασώσει, αντικαταστάθηκε από το επώνυμο του πολιτικού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου (1815-1883). Ούτε για τον Υδρόμυλο που υπήρχε εκεί έχουν γίνει αναφορές ή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονταν με τον πρωθυπουργό. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουν το φαινόμενο οι ερευνητές καταθέτουν ποικίλες απόψεις. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η σύγχρονη ονομασία ανάγεται στο επώνυμο οικογενείας γαιοκτημόνων στους οποίους ανήκε η περιοχή κατά τον 19ο αιώνα. Οι περισσότεροι βεβαίως καταγράφουν, ότι οφείλεται στον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο.
Ωστόσο, αποδίδουν την καθιέρωση του τοπωνυμίου στο γεγονός ότι επί πρωθυπουργίας του έγιναν διάφορα έργα στην περιοχή. Ο Αλ. Κουμουνδούρος διετέλεσε πράγματι δεκάκις πρωθυπουργός, δύο φορές πρόεδρος της Βουλής και 18 φορές υπουργός! Σε πρώτο γάμο νυμφεύθηκε την Αικατερίνη Μαυρομιχάλη, της γνωστής μανιάτικης οικογένειας και σε δεύτερο την Ευθυμία Περρωτή († 1884). Ο δεύτερος γάμος του, με την κόρη του πολέμαρχου Γ. Περρωτή, ενίσχυσε περισσότερο τη φήμη και την πολιτική δύναμη που είχε αποκτήσει από τότε που εκλέχθηκε για πρώτη φορά πληρεξούσιος Μεσσήνης (1850) και μετέτρεψε το επίθετό του από Κουμουνδουράκης σε Κουμουνδούρος. Γαμπρός και πεθερός, πέραν των πολιτικών ανέπτυξαν και σημαντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες για τις οποίες επικρίθηκαν σφοδρά.
Οι δύο Μύλοι του Δαφνιού, όπως καταγράφονται, ανήκαν και αυτοί στο Δημόσιο, το οποίο και αποφάσισε την εκποίησή τους με πλειστηριασμό. Οι δύο Μύλοι κατεκυρώθησαν στους Κουμουνδούρο – Περρωτή αντί δύο χιλιάδων δραχμών, οι οποίες κατεβλήθησαν σε 20 ετήσιες δόσεις, δηλαδή 200 δραχμές ετησίως[2]. Σύμφωνα με τους επικριτές του Κουμουνδούρου, από κοινού με τον πεθερό του, μετέτρεψαν καταχρηστικώς τον έναν Μύλο σε Υδρόμυλο. Χρησιμοποιούσαν το νερό της λίμνης του Δαφνιού, το οποίο όμως νοικιαζόταν από το Δημόσιο σε ιχθυοτροφείο που λειτουργούσε στη λίμνη έναντι 400 δραχμών ετησίως. Έτσι, η δημιουργία του Υδρόμυλου των Κουμουνδούρου – Περρωτή είχε ως αποτέλεσμα να καταστρέψει τη λειτουργία του Ιχθυοτροφείου και ο ενοικιαστής του αναγκάσθηκε να εμπλακεί σε δίκες με το Δημόσιο ζητώντας αποζημιώσεις.
Εκείνοι που κατηγορούσαν το δίδυμο Κουμουνδούρου – Περρωτή έγραφαν πως πεθερός και γαμπρός εκμεταλλεύονταν το εγκαταλελειμμένο πια ιχθυοτροφείο ρίχνοντας καλαμωτές αλλά και βάρκα στη λίμνη. Στις δραστηριότητες αυτές του Αλ. Κουμουνδούρου, ο οποίος κατά τη διάρκεια που θήτευσε πρωθυπουργός φρόντισε να γίνουν και έργα επιχωμάτωσης και οδοποιίας μεταξύ της λίμνης και της ακτής Σκαραμαγκά, οφείλεται το τοπωνύμιο. Εξάλλου, το δημοφιλές στην εποχή του επώνυμο του Αλ. Κουμουνδούρου αποδόθηκε, επισήμως ή ανεπισήμως, ως τοπωνύμιο στις περιοχές όπου είχε τις πάσης φύσεως κατοικίες ή ιδιοκτησίες του (Πλατεία Κουμουνδούρου, Νησίδα Κουμουνδούρου, Έπαυλη Κουμουνδούρου κ.ά.).
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Δημοκρατία» 4 Οκτωβρίου 2014.
Συμπληρωμένες δημοσιεύσεις:
Εφημερίδα «Εστία» 20 Σεπτεμβρίου 2017
Εφημερίδα «Εστία» 10 Οκτωβρίου 2024
Εφημερίδα «Δημοκρατία» 29 Ιουλίου 2026.


