Τα παραδοσιακά ανθοπωλεία της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Οτιδήποτε σχετίζεται με τα λουλούδια προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα. Είναι μία από τις εκφράσεις της φύσης που αγγίζουν την ανθρώπινη ψυχή. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε ακόμη νεότερες εργασίες, οι οποίες να ιστορούν τα σημεία και τους τρόπους διακίνησής τους αλλά και τους συνανθρώπους μας που ασκούν το ευγενές αυτό λειτούργημα. Αντίθετα σε παλαιότερα χρόνια και υπό μάλλον αντίξοες συνθήκες οι άνθρωποι ήταν πιο ευαίσθητοι.[1]

Άνθη Αθηνών

Εξάλλου, τα άνθη στην πόλη των Αθηνών του 19ου αιώνα ήταν είδος ιδιαίτερης λατρείας. Συναντούσε κανείς άνθη ακόμη και στα φτωχικά σπιτάκια των γειτονιών, σε κάποιο παραθύρι θα φύτρωνε το γεράνι και η γαρυφαλλιά, θα αραδιάζονταν οι γλάστρες με τα λουλούδια της εποχής. Άνθη σπαρμένα από τις νοικοκυρές με στοργή και αγάπη. Αυλότοιχοι με αναρριχώμενες μοσχοβολητές περικοκλάδες, και στενοσόκακα μεταβαλλόμενα σε ανθώνες.

Λιακωτά των σπιτιών γίνονταν θερμοκήπια και στις αυλές αιωρούνταν τενεκέδες σαν κήποι κρεμαστοί. Ευωδία και αρώματα. Το λουλούδι για τους Αθηναίους ήταν σύντροφος της καθημερινής ζωής τους, ήταν το σύμβολο του ανοικτόκαρδου κεφιού τους. Στα περίχωρα απέραντες εκτάσεις καλλιεργημένες με όλες τις ποικιλίες λουλουδιών.[2]

Ανθοπώλης (σκίτσο δημοσιευμένο στον Τύπο της εποχής)

Ο πρώτος ανθοπώλης

Σύμφωνα με μία εκδοχή, τα πρώτα κόκκινα τριαντάφυλλα και μερικά ζουμπούλια πωλήθηκαν για πρώτη φορά στους δρόμους περίπου το 1870. Συγκεκριμένα αυτό συνέβη στο Πολύγωνο, «ένα είδος πλατείας Συντάγματος», όπως το καταγράφεται, αφού ήταν ο χώρος του περιπάτου για τους Αθηναίους και τις Αθηναίες, οι οποίοι προτιμούσαν να περπατούν στην οδό Πατησίων με προορισμό το Πεδίον του Άρεως. Εκεί υπήρχε εξέδρα που έπαιζε η Μουσική, οπότε η βόλτα γινόταν μετά μουσικής!

Αλλά γνωρίζουμε και το όνομα του πρώτου ανθοπώλη: Ονομαζόταν Κωστής Μπιτσιλέος (Βιντζηλαίος), καταγόταν από τη Νάξο, έμενε στα Πατήσια και ήταν μόλις 8 ετών. Ο πατέρας του ήταν εκείνος που του σύστησε να προσπαθήσει να πωλήσει λουλούδια, χωρίς βεβαίως να γνωρίζει ότι έτσι εγκαινίαζε ένα επάγγελμα άγνωστο έως εκείνη την εποχή. Η επιχείρηση απέδωσε οκτώ ολόκληρες δραχμές και επαναλήφθηκε προκαλώντας μιμητές. Ταυτοχρόνως η οικογένεια του μικρού Βιτζηλαίου δεν άργησε να αποκτήσει τις δικές της καλλιέργειες και να συνδέσει το όνομά της με την πώληση των ανθέων.

Φασούλης

Εντός δύο τριών ετών το επάγγελμα αποδείχθηκε εξαιρετικά επικερδές. Κέντρο κατανάλωσης ήταν τα Χαυτεία και το ακμάζον καφέ σαντάν του Τσόχα με πελάτισσες τις Γερμανίδες του μουσικού θεάτρου. Κόκκινα τριαντάφυλλα, διατσίντα, μαργαρίτες, μενεξέδες και μαγιάτικα άνθη λεμονιάς. Όσο για την τιμή της πρωτοπορίας στην ίδρυση συστηματικού ανθοπωλείου φαίνεται πως την διεκδικεί το «Ανθοπωλείον Φασούλη», το οποίο ιδρύθηκε το 1871.[3] Βεβαίως ακολούθησαν και άλλοι ώστε έως το 1895, επτά ανθοπωλεία κοσμούσαν την πόλη των Αθηνών.[4]

Διαθέτουμε και μία αξιόπιστη περιγραφή της πλατείας Συντάγματος, την ίδια εποχή: «Υπό τον καυστικόν ήλιον και την γλυκείαν ανταύγειαν του ηλεκτρικού την νύκτα έξω του ξενοδοχείου της “Μεγάλης Βρεταννίας” και της “Αγγλίας” βλέπετε ένα πτωχόν ανθοπώλην συσπειρωμένον εις μίαν γωνίαν με το καλάθι του πλησίον, τον κλώνον της ροδιάς με μπουκετάκια επί των αγκυλών του από το άλλο μέρος και κανένα άνθος στο χέρι να περιμένη έως τα ξημερώματα να βγάλη το ψωμί του»!

Τα ανθοπωλεία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας (1928)

Σύνταγμα

Αρκετές ήταν οι κεντρικές πλατείες των Αθηνών που φιλοξενούσαν ανθοπώλες. Τα λαϊκά στρώματα και οι προερχόμενοι από τα χωριά της Αττικής προτιμούσαν τα ανθοπωλεία της πλατείας Αγίας Ειρήνης. Επίσης το ίδιο ίσχυε για την πλατεία Ομονοίας αλλά και για την πλατεία Κοτζιά (Δημαρχείου). Αλλά στην πλατεία του Συντάγματος τα πράγματα ήταν καλύτερα για τους ανθοπώλες, δεδομένου ότι σε αυτήν συγκεντρωνόταν η κοσμική κίνηση της πόλης. Βεβαίως τα πάντα στην πόλη, στο κέντρο και την περιφέρειά της, επηρεάστηκαν ή άλλαξαν μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Οι εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες αναζητώντας τρόπους επιβίωσης επέλεγαν επαγγέλματα του δρόμου για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.

Σε όλα τα μήκη και πλάτη του κέντρου της πόλης, σε δρόμους, πλατείες, κοινόχρηστους χώρους, πάρκα και περιβόλους εκκλησιών στήθηκαν πρόχειρες παράγκες. Ανάμεσά τους εμφανίσθηκαν και πολλοί ανθοπώλες, οι οποίοι κατέλαβαν διάφορα κεντρικά σημεία. Πέραν των μικρών ανθοπωλών που κατέκλυσαν την πλατεία Συντάγματος, στήθηκαν πάγκοι κατά μήκος της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. Τοποθετήθηκαν προχείρως απέναντι από το σημείο που βρίσκονται σήμερα. Σωζόταν ακόμη το Μέγαρο Παπούδωφ (Αθανασούλη) στη συμβολή των λεωφόρων Πανεπιστημίου και Βασ. Σοφίας, όπου στεγαζόταν η Αστυνομική Διεύθυνσις Αθηνών και δίπλα το κτίριο που φιλοξενεί την Αιγυπτιακή πρεσβεία.

Ίδρυση

Όπως ήταν φυσικό και για λόγους λειτουργίας οι πάγκοι εκείνοι μετατέθηκαν στον χώρο μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη. Ούτε εκεί όμως ήταν δυνατόν να παραμείνουν οι ανθοπώλες, οι οποίοι ωστόσο αποδείχθηκαν χρήσιμοι και η παρουσία των προϊόντων τους λειτουργούσε θετικά για την εικόνα της πόλης. Οπότε βρέθηκε η λύση για τη μονιμότερη στέγασή τους με τρόπο ώστε οι ίδιοι να εξυπηρετούνται και η εικόνα της πόλης να μην αλλοιώνεται.

Έτσι σχεδιάστηκαν τα ένδεκα καλαίσθητα ανθοπωλεία, «ανθοπρατήρια»-όπως ανεφέρονταν επισήμως- και τα οποία δημιουργήθηκαν κάτω από τον περίβολο της Βουλής και με πρόσωπο στη λεωφόρο. Για να επιτευχθεί η λειτουργία τους εκδόθηκε ο ιδιαίτερος νόμος «Περί εγκαταστάσεως των εκ του έμπροσθεν του τάφου του αγνώστου στρατιώτου πεζοδρομίου απομακρυνθέντων ανθοπωλών».[5]

Εκεί τακτοποιήθηκαν 22 επαγγελματίες, δύο στο καθένα, με πιο προβεβλημένους, την πρώτη τριετία, τους Γ. Κιτάντη, Ι. Δελαβόγια, Σπ. Κοντογιάννη και Ν. Σκαρέτσο. Οι ανθοπώλες της λεωφόρου Βασ. Σοφίας, από τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας τους, ανέπτυξαν την ανθοδετική τέχνη «γνωστή εις τους κύκλους της αρίστης κοινωνίας». Συχνά πυκνά, κυρίως σε εορταστικές περιόδους, ενημέρωναν το κοινό για τα προϊόντα τους.

Τέλος…

Ιδιαιτέρως τα Χριστούγεννα καλούσαν τους κατοίκους της πόλης να θαυμάσουν την πλούσια συλλογή ανθέων, φυτών και κακτοειδών συσκευασμένων σε πρωτότυπες ποικιλίες που εξέθεταν στις μικρές βιτρίνες τους. Σύντομα τα ανθοπωλεία της λεωφόρου Κηφισιάς, η οποία εν τω μεταξύ μετονομάσθηκε Βασιλίσσης Σοφίας, έγιναν κομμάτι από τη ζωή της πόλης, ευχάριστη νότα της καθημερινότητας και αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας της.

Πέρασαν από τότε περισσότερες από οκτώ δεκαετίες. Η πολιτεία δημιούργησε τα ανθοπρατήρια, εν μέσω της προηγούμενης σφοδρής κρίσεως, δημιουργώντας και ικανό αριθμό νέων θέσεων απασχόλησης. Αντιθέτως όμως η παρατεταμένη οικονομική κρίση που βιώνουμε έπληξε την ύπαρξή τους. Τα περισσότερα σταμάτησαν τη λειτουργία τους υποκύπτοντας στις συνθήκες και απέμειναν σε λειτουργία μόνον δύο, εκ των οποίων το ένα διατηρείται από τον τρίτης γενεάς ιδιοκτήτη κ. Σπ. Κοντογιάννη. Ο τελευταίος δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει να φυλά Θερμοπύλες!