Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Η περίπτωση του Γεωργίου Δ. Σκουζέ και της οικογενείας του μας δίνουν την ευκαιρία και μέσω των σωζόμενων τεκμηρίων, κυρίως των αρχείων που φυλάσσονται στον «Σύλλογο των Αθηναίων», να προβούμε σε γενικότερη κοινωνικο–πολιτιστική θεώρηση των μηχανισμών αστικοποιήσεως της νεοελληνικής κοινωνίας. Μεταφέροντας πρότυπα από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και προσαρμόζοντάς τα στην ελληνική πραγματικότητα ένας σημαντικός αριθμός εύπορων οικογενειών συμβάλλουν στην διαμόρφωση του δημόσιου χώρου, εισάγουν πολιτιστικά ρεύματα, δημιουργούν νέα έθη τα οποία αυτούσια ή παραλλαγμένα υιοθετούνται από όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Νέα μουσικά ρεύματα και τεχνολογίες, σχολές ζωγραφικής και αρχιτεκτονικής, καλλιτεχνικά γεγονότα και μοντέλα διασκέδασης παρασύρουν της ζωή της πρωτεύουσας και του επινείου της. Αναζητώντας το χρώμα και το άρωμα της αστικής κοινωνίας εκείνης της εποχής και το πνεύμα που επικράτησε φθάνουμε στην οικία της οικογένειας Γεωργίου Δ. Σκουζέ και χρησιμοποιούμε του περιεχόμενο ενός λειψάνου που αποδίδει την καθημερινότητα. Πρόκειται για το λεύκωμα της Μίκας Σκουζέ της κόρης του Γεωργίου. Ντυμένο με πολύτιμο βελούδο μας αποκαλύπτει ότι οι «υπογράφοντες» πρόσεχαν τι έγραφαν. Κομπλιμέντα, φιλοφρονήματα, σοφίες, στίχους, σάτιρες πειράγματα.
Ένας ποικιλόμορφος κόσμος που διαμόρφωνε το αθηναϊκό σαλόνι τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Το εν λόγω λεύκωμα για το οποίο έγραψε και ο γιος του Γεωργίου Σκουζέ, ο Δημήτριος, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον διότι στις σελίδες του έγραψαν κατά καιρούς πολλές ελληνικές και ξένες διασημότητες. Η εν λόγω Μίκα Σκουζέ υπήρξε φιλότεχνη, είχε αλληλογραφία με τους σπουδαιότερους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής της, μεταξύ των οποίων και με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, στο αρχείο της σώζονται σπανιότατες ποιητικές και λογοτεχνικές εκδόσεις και όπως έγραψε ο αδελφός της Δ. Σκουζές «ήταν ένα σπάνιο λουλούδι που όμοιο του είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει»[1].

Η Μίκα Σκουζέ με παραδοσιακή φορεσιά (1916). Φωτογραφικό Αρχείο οικογένειας Σκουζέ «Σύλλογος των Αθηναίων».
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στη μνήμη της και έναν χρόνο μετά το θάνατό της, δηλαδή το 1957, με πρωτοβουλία μελών σημαντικών Αθηναϊκών οικογενειών (Αβέρωφ, Ανδριτσάκη, Βλαστού, Καραπάνου, Μαυρογορδάτου, Πεσμαζόγλου, Πρεβελάκη κ.ά.) καθιερώθηκε καλλιτεχνική υποτροφία στη Σχολή «Καλών Τεχνών». Συγκεντρώνοντας ένα ικανοποιητικό ποσόν το κατέθεσαν απευθείας στο ταμείο της Σχολής για να καθιερωθεί υποτροφία «προς μετεκπαίδευσιν αριστεύοντος και απόρου σπουδαστού της Σχολής εις την αλλοδαπήν»[2]. Το Κληροδότημα της Μίκας Σκουζέ, έστω αδυνατισμένο σε μέγεθος, επιβιώνει μέχρι τις ημέρες μας, υπενθυμίζοντας τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της οποίας αστικής τάξεως είχε διαμορφωθεί στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνος.
Επανερχόμενοι στο Λεύκωμα της Μίκας Σκουζέ συναντάμε την σημαντική ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη (1876-1954) να της γράφει:
«Αθήνα, φως και χαρά η σκέψις σου. Πετράδι φωτεινό, Έσυ Μίκα. Έτσι σε βλέπω».
Αρκετά χρόνια νωρίτερα ο ποιητής της «Εστίας» Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), της αφιέρωνε το εξής συγκινητικό πεντάστιχο:
«Κάθε γυναίκα απ’ το Θεό έχει ένα δώρο πάρει.
άλλες επήραν ομορφιά, άλλες επήραν χάρι.
μα εγώ ξέρω μια κόρη,
που έχει πάρει θεία ομορφιά κι ασύγκριτη καλωσύνη.
Μήπως εμάντευσες πως είσαι εσύ εκείνη;»
Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς (1859-1943), με τη λεπτή, βασανισμένη και ιδιαίτερη γραφή του, προφανώς βλέποντας στο δικό της ευγενικό πρόσωπο μία μορφή ενσάρκωση της Αθήνας, της αφιερώνει εμπνευσμένους πράγματι στίχους:
Τα χιόνια είναι στην Πάρνηθα σαν άνθισμα κι αυτά,
χαϊδεύει τον Κορυδαλλό δειλή χλωράδα ονείρου
του θείου του βράχου που γελά η Πεντέλη κι ο Υμηττός
ακούει γυρτός το ερωτικό τραγούδι του Φαλήρου.
Και ο λυρικός βάρδος με τον ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο, ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), με την απλόχωρη αγέρωχη γραφή του, σημειώνει στο λεύκωμα:
Ω κυπαρίσσια, δόστε μου,
σαν έρχομαι σιμά σας,
να μ’ άξιος για το μύρο σας
και για τ’ ανάστημά σας.
Αλλά υπάρχουν και άλλα, που θυμίζουν ένα επεισόδιο, περιγράφουν μία στιγμή της ζωής, όπως οι στίχοι που με το λεπτό του χιούμορ και τη γνωστή δηκτικότητα αυτοσχεδίασε ο δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Βλάχος (1886-1951):
ΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Αλέκα, Μίκα και Ελένη!
Αχ τι ωραία συντροφιά!
εκείνη η Αλέκα, αξίζει δέκα
και η Ελένη που ξετρελλαίνει
και εκείνη η Μίκα, πούν’ όλο γλύκα
κι’ είναι κι’ οι τρεις μια ζωγραφιά!
Τις βλέπω κάποτε, πόσο ζηλεύω
την τόση χάρι τους, την ομορφιά!
κείνη η Αλέκα, κακιά γυναίκα!
και η Ελένη, η σιχαμένη!
Κι’ εκείνη η Μίκα, πούνε σα σφήκα!
κι’ είναι κι’ οι τρεις μια ζωγραφιά!
25 Μαρτίου 1919
Ο Αριστοφάνης της νεώτερης Ελλάδος, ο Γεώργιος Σουρής, που ήξερε να σατιρίζει τόσο εύστοχα, έγραφε το Γενάρη του 1915 μερικά γλυκόπικρα λόγια:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΙΚΑ ΤΗ ΣΚΟΥΖΕ,
ΠΟΥ ΧΕΙ ΓΛΥΚΑ ΤΟΥ ΜΕΖΕ
Τέτοιο κορίτσι νάχει
γι’ άλμπουμ παρατρεχάματα
και να ζητάη στίχους
από σαχλογεράματα!
Καιρός σου να γελάσης,
καιρός σου να χαρής!
Μένω μ’ αυτά τα λόγια,
Γεώργιος Σουρής.
Και ο Μπάμπης Άννινος, όταν ήτανε πολύ νέα ακόμη, της αφιερώνει τα εξής συγκινητικά τετράστιχα:
Από τη Δύση τι να πάρη
η μυρωμένη Ανατολή;
Και τι να δώση το λυχνάρι
στου ήλιου τη φεγγοβολή;
Με μάτια όπου σιγοσβήνουν,
ακουμπισμένα στην ιτιά,
μόνο ευχές μπορούν να δίνουν
τα κουρασμένα γηρατειά.
Από τους ξένους υπογράφουν ο γνωστός Αμερικανο-πολωνός πιανίστας Arthur Rubinstein (1887-1982), ο Γάλλος ακαδημαϊκός Henri Bordeaux (1870-1963), o Ιταλός συγγραφεύς Dario Niccodemi (1874-1934), ο Γάλλος ποιητής Paul Geraldy (1885-1983), o γνωστότατος Αυστριακός μουσικοσυνθέτης Paul Felix Weingartnet (1863-1942), ο γνωστός Ρώσος μπάσος Fiodor Ivanovits Saliapin (1873-1938) και άλλοι πολλοί.
Όλοι τους, με λόγια θαυμαστά αναφέρονται στην Μίκα Σκουζέ αντιμετωπίζοντάς την σαν ένα ξεχωριστό πλάσμα, προικισμένο με σπάνια χαρίσματα. Ομορφιά, γοητεία, καλοσύνη, εξυπνάδα, αλλά προ παντός γεμάτη συναισθήματα για τον συνάνθρωπο. Η Μίκα Σκουζέ είχε πλούσια προσωπική ζωή, την οποία φρόντισε να κρατήσει μακριά από τα βλέμματα του κόσμου.
Το 1933 είχε αποκαταστήσει αλληλογραφία με τον Κωνσταντίνο Καβάφη, ο οποίος της έστελνε τις γνωστές συλλογές ποιημάτων του. Δύο μήνες περίπου πριν φύγει από τη ζωή ο Έλληνας ποιητής, στις 11 Φεβρουαρίου 1933, και προφανώς γνωρίζοντας το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, αφού είχε παραμείνει για θεραπεία τέσσερις μήνες στην Αθήνα, του έστελνε ευχαριστήριο επιστολή για συλλογή που της είχε χαρίσει με αφιέρωση. Του έγραφε ότι «σας θεωρώ τον μεγαλύτερον Έλληνα σημερινόν ποιητήν, ένα «διεθνή ποιητήν». Συμπλήρωνε δε γράφοντας του ότι «αγαπώ τους στίχους σας» και παρακάτω «πόσον βαθειά με συγκινεί και πόσον αισθάνομαι την ατμόσφαιραν που δημιουργούν»[3].
Οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα της, οι πνευματικές αναζητήσεις της που την οδήγησαν ακόμη και σε φιλολογικά σαλόνια του εξωτερικού και τα έντονα πατριωτικά της αισθήματα πρόβαλαν το μοντέλο μιας γυναίκας που έζησε ελεύθερη. Τόσο κατά τον πόλεμο του 1940, όσο και κατά τη διάρκεια της Κατοχής βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των εθελοντριών που οργάνωσαν συσσίτια και υπηρέτησαν τα χειμαζόμενα πληθυσμιακά στρώματα στις φτωχογειτονιές των Αθηνών.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 22 Οκτωβρίου 2023.




