In Memoriam
Είναι νωπές ακόμη οι μνήμες από την έντονη παρουσία στους χώρους του «Συλλόγου των Αθηναίων» της Αικατερίνης (Καίτης) Βλαχογιάννη Δαγκλή (1936-2019). Ευγενής, ευπροσήγορη, πρόθυμη και με σπουδαία μόρφωση υπηρέτησε περίπου έξι δεκαετίες τους σκοπούς του Συλλόγου. Πέρασε το κατώφλι του, νεαρό κορίτσι ακόμη και την ξεπροβοδίσαμε ως σεβάσμια Επίτιμη Αντιπρόεδρο.
Τα τελευταία χρόνια αρεσκόταν να γράφει και να μου παραδίδει χειρόγραφες σημειώσεις, τις οποίες συνόδευε πάντα με προσωπικές παροτρύνσεις. Έγραφε ιστορίες από διάφορα γεγονότα που είχε ζήσει στον Σύλλογο, αποδίδοντας άλλοτε με χαριτωμένο και άλλοτε με αυστηρό τρόπο το «κλίμα» και το «άρωμα» άλλων εποχών. Ιστορίες ανθρώπινες τις οποίες απέδιδε με γλαφυρότητα και θερμά συναισθήματα.
Κράτησα με σεβασμό όλα τα σημειώματά της, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για μία αυτόνομη έκδοση, αφού πολλά εξ αυτών διασώζουν λαογραφικές και κοινωνικές πτυχές της σύγχρονης Αθηναϊκής ιστορίας. Επίσης, παραδίδουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για πολλές αθηναϊκές οικογένειες, εκ των οποίων αρκετές έχουν εκλείψει από αρρενογονία και θηλυγονία. Προς το παρόν αρκούμεθα να παραδώσουμε στη δημοσιότητα σημείωμά της το οποίο αφορά την πρώτη… περιπέτειά της στο Σύλλογο.
Γράφοντας πλέον, σε μεγάλη ηλικία, αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφράσει τα συναισθήματά της για τα παλαιότερα μέλη του Συλλόγου και τις ανθρώπινες σχέσεις που ανέπτυσσαν μεταξύ τους. Σχέσεις που σφυρηλατούσαν τις ψυχές να απολαμβάνουν τις ευτυχισμένες αλλά να αντιμετωπίζουν με παρρησία τις δύσκολες στιγμές. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.
Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Η Καίτη Βλαχογιάννη σε ομιλία της στον «Σύλλογο των Αθηναίων» (1994). Φωτογραφικό Αρχείο «Συλλόγου των Αθηναίων».
Από τα σημειώματα της Καίτης Βλαχογιάννη-Δαγκλή
Γύρω στα 1963 ανθούσε στην Αθήνα η πνευματική κίνηση⋅ επιστημονική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική, λες κι ο κόσμος ταλαιπωρημένος από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τον μετέπειτα αδελφοκτόνο, ήθελε ν’ ανασάνει πνευματικά. Σύλλογοι συγκέντρωναν τόσο κόσμο που οι αίθουσες εκδηλώσεων ασφυκτιούσαν κυριολεκτικά. Όσο για τις γκαλερί τέχνης θα ήταν πραγματική νίκη να κατορθώσεις να φτάσεις σε κάποιο από τα εκθέματα. Κι ανάμεσά τους ένας Σύλλογος αξιοπρεπής, σοβαρός και σεμνός, καθόλου κραυγαλέος, ο «Σύλλογος των Αθηναίων», συγκέντρωνε τα μέλη του, γόνους παλαιών αθηναϊκών οικογενειών και τους φίλους του.
Τρεις Δημήτρηδες και ένας Δημητριάδης!
Όλοι κάτοικοι της Αθήνας που διακρίνονταν για το πνευματικό και κοινωνικό τους έργο, στο χώρο του που τότε βρισκόταν στην οδό Λυσικράτους 14 στο παλαιικό σπίτι της οικογένειας Τοτόμη. Πρόεδρος ήταν ο Δημήτριος Σκουζές και Γεν. Γραμματέας ο Δημήτριος Γέροντας. Ένας τρίτος Δημήτριος που έπαιξε βασικό ρόλο στην ιστορία αυτή ήταν ο Γεν. Γραμματέας του «Συνδέσμου των Φίλων της Κεφαλληνίας» Δημήτρης Σκούρης.
Μεταξύ των πολλών προσωπικών φίλων του Δ. Γέροντα ήταν κι ο Αθηναιογράφος Κώστας Δημητριάδης. Κι αυτό έδινε αφορμή στον πατέρα μου, επίσης στενό φίλο του Δ. Γέροντα Λογοτέχνη και ανώτερο υπάλληλο στην Τράπεζα της Ελλάδος, να τους πειράζει χαριτολογώντας: ⎯ Χαιρετώ τους τρεις επιφανείς Δημήτρηδες και τον μοναδικό Κ. Δημητριάδη. Κάτι που είχε γίνει σλόγκαν σ’ εκείνη την χαρούμενη και λαμπερή περίοδο του Συλλόγου, όπου το εκλεπτισμένο χιούμορ, πρωτοστατούντος του Καζαντζή Ζαμανίκου, κατείχε ιδιαίτερη θέση.
«Νεαρά μου…»
Ήμουν δεν ήμουν 16 χρόνων όταν ακολούθησα τους γονείς μου σε κάποια εκδήλωση του Συλλόγου αυτού που με κέρδισε με την πολιτισμένη και ζεστή του ατμόσφαιρα. Κολακευμένη σαν έφηβη από την συμπάθεια και την εκτίμηση που μου έδειξαν τα μέλη του. Έμεινα κοντά τους και βοηθούσα πρόθυμα σε ό,τι μου ανέθεταν. Το 1963 είχα τελειώσει πια τις σπουδές μου στην «Χριστιανική Αρχαιολογία» και «Βυζαντινή Τέχνη» που οι έδρες τους βρισκόντουσαν τότε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και προετοιμαζόμουν για διδακτορικό στην Ιστορία Τέχνης στη Σορβόννη.
Κι ότι έπαιρνα το τσάι μου μαζί με τις κυρίες του Συλλόγου κάποιο απόγευμα φλυαρόντας ευχάριστα για το Παρίσι που οι περισσότερες είχαν επισκεφτεί και με κατατόπιζαν, εμφανίζεται ο Δημήτρης Σκούρης. Η παρέα των κυρίων που διασκέδαζε ξεφυλλίζοντας το χιουμοριστικό Λεξικό του «των ορθών εννοιών» τον καλεί κοντά του κι αυτός χαιρετώντας ευγενικά τις κυρίες με βλέπει μου λέει με νόημα: ⎯ Νεαρά μην απομακρυνθείς, σε θέλω. Και κάποια στιγμή μ’ αρπάζει απ’ το χέρι και με οδηγεί σε κάποιο κάπως πιο ήσυχο σημείο κι αρχίζει ένα είδος ανάκρισης σχετικά με τις σπουδές μου στη Θεολογική Σχολή.
Εμβρόντητη
Προσπαθώ να του εξηγήσω ότι κυρίως ενδιαφέρομαι για την Τέχνη, τίποτα εκείνος. Επιμονή με την Εκκλησιαστική Ιστορία, τη Δογματική, το Εκκλησιαστικό Δίκαιο κι όλα αυτά που με αποθούσαν και με κούραζαν. Όμως ο κ. Σκούρης, με το αρκετά κοντό ανάστημα, που ο Δ. Γέροντας σχολίαζε καλοπροαίρετα χαμογελώντας «όσο μπόι του λείπει τόση εξυπνάδα έχει» και τα μικρά αεικίνητα, πονηρά του μάτια επέμενε. Κι εγώ υπομονετικά απαντούσα στην κάπως σκληρή του ανάκριση κι έφτασε να με διασκεδάζει το θέμα. Δεν πέρασαν πολλές μέρες κι ένα πρωί με καλεί ο κ. Γέροντας στο δικηγορικό του γραφείο.
⎯ Καίτη μου, μου λέει ευθέως, πρέπει να κάνουμε μια ομιλία αφιερωμένη στον Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανό Καλλιγά.
⎯ Μάλιστα, κύριε Γέροντα, απαντώ πρόθυμα στον ευγενέστατο Γραμματέα του Συλλόγου: πέστε μου ακριβώς τι πρέπει να κάνω.
⎯ Να ομιλήσεις, μου απαντάει με κείνο το χαμογελαστό και λίγο αμήχανο ύφος που έπαιρνε όταν επρόκειτο να φέρει σε πέρας κάποια δύσκολη αποστολή.
Μένω εμβρόντιτη να τον κοιτάζω χωρίς να καταλαβαίνω ή χωρίς να θέλω να καταλάβω τι ακριβώς μου ζητάει.
Ομιλήτρια
Ο Δ. Γέροντας αρχίζει τα διπλωματικά του:
⎯ Άκουσε, Καίτη μου, εσύ είσαι δικό μας παιδί, καταλαβαίνεις … Ο κ. Σκούρης είναι ένας από τους εξαίρετους φίλους του Συλλόγου μας. Οι δημόσιες σχέσεις του αξιόλογες. Σκέψου ότι στην εκδήλωση θα φέρει εκτός από κάποιους υπουργούς, βουλευτές, καθηγητές Πανεπιστημίου, άλλα σημαίνοντα πρόσωπα και τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών με ολόκληρη την Σύγκλητο. Άσε που θα μαζευτούν κι όλοι οι εν Αθήναις Κεφαλλονίτες, να μη σου πω ότι θα έρθουν κι από το νησί.
Άκουγα σιωπηλά βέβαιη ότι παρανόησα την πρότασή του και προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς θα έκανα. Θα πήγαινα ίσως ως απόφοιτος της Θεολογικής σχολής προσκλήσεις στη Σύγκλητο και σε καθηγητές ή άλλα σημαίνοντα πρόσωπα; Θα διοργάνωνα το τυπικό της εκδήλωσης; Θα έψαχνα για μεγαλύτερη αίθουσα που θα δεχόταν όλο αυτό τον κόσμο; Οι ερωτήσεις μου έπεφταν βροχή κι ο Δ. Γέροντας όλο και στριφογύριζε αμήχανα στην πολυθρόνα του γραφείου του.
⎯ Όχι, όχι τίποτα από όλα αυτά … εσύ … κόμπιασε λίγο … εσύ, είπε αποφασιστικά, θα είσαι η ομιλήτρια.
«Σε παρακαλώ…»
Και κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι μου θα ένιωθα καλύτερα.
⎯ Αλλά κύριε Γέροντα, δεν είναι δυνατόν… τόσοι καθηγητές της Θεολογίας, τόσοι καταξιωμένοι ιερουργοί, τόσοι ιστορικοί … θα μιλήσω εγώ που μόλις τελείωσα τη Σχολή και είμαι και άσχετη με τέτοιου είδους θέματα; Να ήταν τουλάχιστον κάτι σχετικό με την Τέχνη.
Κι όμως είναι απόφαση να μιλήσεις εσύ, είπε σοβαρός, και σε παρακαλώ να δεχτείς.
⎯ Δεν νομίζετε, με όλο το σεβασμό που σας έχω, ότι διακινδυνεύετε το κύρος του Συλλόγου;
Ο Δ. Γέροντας σοβάρεψε απότομα.
⎯ Άκουσε, το πρόσωπο για το οποίο θα μιλήσεις, κι επιμένω γι’ αυτό, έχει προκαλέσει σάλο στην εποχή του, γιατί σαν νεωτεριστής προσπάθησε να διοργανώσει και μορφώσει το ιερατείο που στη μεταεπαναστατική περίοδο ήταν … έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας και χαμογέλασε με πικρία, γι’ αυτό παρά την ενάρετη και φιλελεήμονα ζωή του, προκάλεσε αντιδράσεις έντονες και ίσως … σταμάτησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια σοβαρός, σαν να μιλούσε ίσος προς ίσον, ποιος; Αυτός ο εξαίρετος ιστοριοδίφης.
«Επιμένει ο Σκούρης…»
Βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση και αποτόλμησα σχεδόν ψιθυριστά μια ακόμα προσπάθεια ν’ αποφύγω την διάλεξη:
⎯ Δεν νομίζετε ότι δεν έχω την βαρύτητα που αρμόζει σε τέτοια ομιλία και με τέτοιο ακροατήριο; Εκτός αν είμαι το εξιλαστήριο θύμα. Εκείνος σηκώθηκε συνοφρυωμένος από την πολυθρόνα του και βημάτισε λίγο στο χώρο του. Στάθηκε στο παράθυρο με τα χέρια δεμένα πίσω σαν να παρατηρούσε κάτι στο δρόμο και γυρίζοντας απότομα μου είπε λίγο αυστηρά:
⎯ Άκουσε, παιδί μου, λυπάμαι που σε πιέζω τόσο αλλά η πρόταση δεν είναι μόνο δική μου. Επιμένει ο Σκούρης, ο οποίος και μας το πρότεινε. Συζήτησε μαζί σου, χωρίς να σου κάνει λόγο γι αυτό ιδιαίτερα το θέμα, και διέκρινε ότι είσαι αρκετά ώριμη και χωρίς αναστολές για αλήθειες ιστορικές που δεν τολμούν να τις φέρουν στο φως. Κι εγώ της ιδίας γνώμης είμαι. Έπειτα είναι και ο πρόεδρος που συμφωνεί και ιδιαίτερα ο καθηγητής σου ο κ. Φιλιππίδης που ο πονηρός Κεφαλλονίτης ο Σκούρης γνωρίζοντάς τον συζήτησε μαζί του και συμφώνησαν.
Πάμε περίφημα…
Και στα τελευταία του λόγια εμφανίστηκε, ως διά μαγείας, ο κ. Σκούρης. Αυτός δεν το συζήτησε καν. Χαμογελαστός και υπεραισιόδοξος, όπως πάντα, μετά μια βιαστική καλημέρα αναφώνησε ικανοποιημένος τρίβοντας τα χέρια του «τα πάντα υπό έλεγχο» … «πάμε περίφημα» όσο για σένα χαριεστάτη και κατατρομοκρατημένη νεαρά, έχεις ένα ολόκληρο μήνα στη διάθεσή σου να ετοιμάσεις την ομιλία σου. Κι ότι απορία έχεις, πάρε με τηλέφωνο.
Ένα μήνα, που να πρωτοτρέξω, στις Βιβλιοθήκες, στα Σπουδαστήρια, στα αρχεία … κύριε Γέροντα … εκείνος απάντησε
– Κάτι άκουσα ότι κάποιος καθηγητής σου σε είχε βγάλει «ο ποντικός της Βιβλιοθήκης» και γέλασε με την καρδιά του προσθέτοντας: ⎯ Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω ποντικό βραδυκίνητο.
Η επίσκεψη
Κι έφτασε η ώρα που στρώθηκα να γράψω. Με κόπο προσπαθούσα να ξεπεράσω τη δειλία μου. Πως να εκφραστώ γι’ αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και ιεράρχη που η πορεία του υπήρξε λαμπρή αλλά και επώδυνη; Που θυσίασε τα πάντα για να στήσει από τα θεμέλιά της ακόμα την ελληνική εκκλησία, να μορφώσει το ιερατείο, να περιθάλψει τους αναξιοπαθούντες. Και θεωρούσα μεγάλη τιμή αυτό που μου ανετέθει και μεγάλη ευθύνη για το εκλεκτό ακροατήριο.
Αφού διάβασα όσα είχα γράψει στους γονείς μου και τα ενέκρινε ο αυστηρός πατέρας μου δεν ησύχασα. Τηλεφώνησα στον Δ. Γέροντα και τον παρακάλεσα να το διαβάσει κι ίσως αν δεν το ενέκρινε να το έγραφα από την αρχή με παρατηρήσεις του. Εκείνος παρά την εμπιστοσύνη που με διαβεβαίωσε ότι μου είχε, δέχτηκε μόνο και μόνο, όπως μου είπε, για να με καθησυχάσει νιώθοντας τη φοβερή ανασφάλειά μου. Και μετά δυο, τρεις μέρες με ειδοποίησε ότι θα με επισκεπτόταν σπίτι μου.
Την καθορισμένη ώρα χτύπησε το κουδούνι κι η ταραχή μου διπλασιάστηκε όταν μαζί με τον Δ. Γέροντα αντίκρισα τον Πρόεδρο Δ. Σκουζέ, τον Δ. Σκούρη και μια άγνωστή μου κυρία που δεν άκουσα καλά το όνομά της. Όμως ήταν όλοι τόσο φιλικοί που αναθάρρησα. Μετά τις τυπικότητες στρώθηκα στο διάβασμα, στην αρχή συγκρατημένα αλλά όσο προχωρούσα παρασυρόμουν από την επιτυχή πορεία του Γερμανού Καλλιγά και η θετική αντιμετώπιση του μικρού αλλά σοβαρού ακροατηρίου μου με ηρεμούσε.
Όταν τελείωσα οι επευφημίες κι ο ενθουσιασμός τους μου αναπτέρωσε το ηθικό. Γιατί για μια τόσο νεαρά απόφοιτο δεν ήταν εύκολο ν’ αντιμετωπίσει ένα Σκουζέ, ένα Γέροντα, ένα Σκούρη και την άγνωστή μου κυρία που θαρρώ ήταν κάποια διακεκριμένη φιλόλογος. Γιατί διαλέξεις είχα κάνει ήδη, αλλά αυτή πια …
Θα υπάρχουν όρθιοι…
Κι έμειναν όλοι μαζί να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της όλης εκδήλωσης. Όταν είδα τον κατάλογο των καλεσμένων τα έχασα με τον αριθμό τους. Ακόμα κι ο πατέρας μου είχε καλέσει από τον χώρο του τόσο τον τραπεζικό όσο και τον λογοτεχνικό. Κι ο πονηρός Δ. Σκούρης διαβεβαίωσε ότι είχε κάνει σχετικό έλεγχο και θα είχαμε όλο αυτό τον κόσμο κοντά μας.
⎯ Αλλά πού θα χωρέσουν όλοι; είπα σαστισμένη.
⎯ Μην ανησυχείτε, δεσποινίς μου, έχουμε κλείσει το Θέατρο Μουσούρη, με καθησύχασε υποτίθεται ο Δ. Σκουζές.
Και τότε ήταν που ανησύχησα περισσότερο γιατί πως να καλυπτόταν τόσο μεγάλος χώρος.
⎯ Και πιστεύετε ότι θα γεμίσει το θέατρο; είπα αχνά.
⎯ Σας βεβαιώ ότι θα υπάρχουν και όρθιοι συμπλήρωσε ο πάντα αισιόδοξος κ. Σκούρης.
Ο κομματάρχης παππούς
Μετά από αυτό αφέθηκα να παρασυρθώ από ένα ρεύμα που θεωρούσα κάπως επικίνδυνο. Κι έφτασε η μέρα της εκδήλωσης. Πυρετική κίνηση στο Σύλλογο, πυρετική και στο σπίτι. Είχαν καταφθάσει και κάποιοι στενοί συγγενείς για συμπαράσταση και μεταξύ αυτών η αγαπημένη μου γιαγιά Κατίνα που έφερα το όνομά της κι όλοι έλεγαν ότι της έμοιαζα πολύ.
Για την γιαγιά μου αυτό ήταν μια θυσία γιατί είχε χάσει προ έξη μηνών τον άντρα της κι εκείνη την εποχή ιδίως για τους ηλικιωμένους ήταν απαράδεκτο πενθούντες να βγουν από το σπίτι τους και μάλιστα να πάρουν μέρος σε δημόσιες εκδηλώσεις όσο σοβαρές κι αν ήταν αυτές. Όμως η αγάπη της για μένα κατάφερε να υπερνικήσει την αυστηρή εθιμοτυπία του καιρού της και να με συνοδεύσει.
Κι εξετίμησα ιδιαίτερα την ευγενική κίνηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών που όταν το πληροφορήθηκε από κάποιον ειδοποίησε να μείνει κενή η θέση αριστερά του για να καθίσει η πενθούσα γερόντισσα. Κι όταν το είπα στην γιαγιά μου εκείνη συγκινήθηκε πολύ κι αναθυμήθηκε τα μεγαλεία κοντά στον δάσκαλο άντρα της και παππού μου.
Ο παππούς ήταν Πρόεδρος της περιοχής και σοβαρός κομματάρχης που υποδέχτηκε αυτοπροσώπως το βασιλικόν ζεύγος όταν περέμεινε για λίγο να επισκεφθεί τους αμπελώνες της Κορινθίας. Και τα δάκρυα ανάβλισαν από τα μάτια της:
⎯ Πού είναι, παιδάκι μου, ο παππούς σου, εκείνος έπρεπε να είναι πλάι σου τώρα…
Λιποθύμησε
Ανησύχησα σοβαρά γιατί η γιαγιά μου υπέφερε από καρδοπάθεια. Είχα παρακαλέσει να μη την ταλαιπωρήσουν να μας ακολουθήσει στην εκδήλωση αλλά κάπως το έμαθε και επέμεινε να είναι στο πλευρό μου. Ειδοποίησα τη μητέρα μου κι αφού της δώσαμε ένα ελαφρό γεύμα και την απασχολήσαμε με άλλα θέματα την βάλαμε ν’ αναπαυθεί λιγάκι . Εγώ το έριξα στο προσφιλές της αστείο για να την κάνω να γελάσει και να απομακρυνθεί το μυαλό της από τις θλιβερές σκέψεις:
⎯ Για θύμισέ μου, γιαγιούλα, γιατί πάλι τα μπέρδεψα, μη με ρωτήσει κανείς στην εκδήλωση, ποιοι ήταν οι αντίθετοι των «Μελανοχιτώνων»; Κιτρινοχίτωνες, πρασινοχίτωνες, πορτοκαλοχίτωνες, παρδαλοχίτωνες; Και ενώ συνέχιζα τον αστείο κατάλογο κι η γιαγιά μου γελούσε, ξαφνικά λιποθύμησε. Άνοιξε για λίγο τα μάτια της και με κοίταξε με ένα ακαθόριστο λίγο θολό βλέμμα που δεν μπορώ ακόμα να προσδιορίσω αν έκλεινε αγάπη, ανησυχία, λύπη κι ίσως τύψεις για ό,τι προκαλούσε εκείνη τη στιγμή.
«Σύνελθε…»
Στις παρακλήσεις μου να παραμείνει δυνατή σήκωσε το αδύναμο χέρι της και μου χάιδεψε τις άκρες των μαλλιών μου όπως ήμουν σκυμμένη πάνω της κι ύστερα έχασε εντελώς τις αισθήσεις της. Επακολούθησε πανικός. Άλλοι προσπαθούσαν να την συνεφέρουν, άλλοι καλούσαν στο τηλέφωνο τον οικογενειακό μας γιατρό κι άλλοι τις πρώτες βοήθειες. Κι εγώ σοκαρισμένη στεκόμουν αμίλητη και παρακολουθούσα τα πάντα σαν να έβλεπα μια σκηνή από το θέατρο του παραλόγου.
Και κάποτε όλα τέλειωσαν. Ήρθε ο γιατρός και οι πρώτες βοήθειες και πήραν τη γιαγιά Κατίνα για κάποιο νοσοκομείο. Την ακολούθησαν ο πατέρας μου κι οι συγγενείς κι έμεινε στο άδειο μας σπίτι η μητέρα μου που προσπαθούσε να με συνεφέρει κι ένας οικογενειακός φίλος που θα μας οδηγούσε στο Θέατρο Μουσούρη. Όλα γύρω μου ήταν θολά κι άκουγα μόνο τη φωνή της μητέρας μου απόμακρη να με παρακαλεί:
⎯ «Σύνελθε, παιδί μου, μίλησέ μου». «Μίλησέ μου, κοπέλα μου, μη μένεις έτσι».
Κουδούνι έναρξης
Κάποια στιγμή έκανα προσπάθεια να της απαντήσω αλλά ήταν αδύνατο να βγει έστω ένας ήχος, σαν να μου έσφιγγε κάτι το λαιμό. Είχα σοκαριστεί. Ούτε θυμάμαι πως ετοιμάστηκα, πως έφτασα στο Θέατρο. Κάποιες σκόρπιες εικόνες μόνο υπάρχουν ως τώρα καταγραμμένες στο υποσυνείδητό μου. Πρόσωπα πολύ γνωστά μου να μαζεύονται γύρω μου ανήσυχοι και γω να τους δίνω σιωπηλή πάντα το ντοσιέ με την ομιλία μου.
Κάπου η μητέρα μου να τους εξηγεί ότι, όπως καταλάβαινε, ήθελα να την διαβάσει κάποιος άλλος αφού εγώ είχα χάσει εντελώς τη φωνή μου. Επικρατούσε μικρός πανικός. Κάποιες από τις κυρίες του συλλόγου μου έφερναν νερό, με χάιδευαν και κάποια μου έδωσε να πιω κάτι, ίσως ηρεμιστικό γιατί οι περισσότερες ήταν και ερυθροσταυρίτισσες. Άκουσα το κουδούνι έναρξης ανήσυχη να χτυπάει βασανιστικά.
Μάλιστα, θα μιλήσω…
Θυμάμαι την σύντομη ομιλία του Δ. Σκουζέ και την πιο αναλυτική του Δ. Γέροντα. Κανείς δεν αναφέρθηκε στο πρόβλημα που είχαμε κι ότι αντί για την ομιλήτρια θα διάβαζε το κείμενό της ο κ. … τάδε. Και ξαφνικά βρέθηκε πλάι μου ο κ. Σκούρης κρατώντας το ντοσιέ στα χέρια του. Με κοιτάει επίμονα μ’ ένα βλέμμα που δεν μπορώ ακόμα να χαρακτηρίσω. Δεν ήταν αυστηρό ούτε παρακλητικό. Ήταν σταθερό κι επίμονο και μπορώ να πω φιλικό.
Με παίρνει από το χέρι και μ’ οδηγεί πίσω από τις βελούδινες κουρτίνες της σκηνής όπου μιλούσε ακόμα ο Δ. Γέροντας. Ο Σκούρης, κρατώντας με πάντα από το χέρι, τράβηξε λίγο τη μια στο πλάι και φάνηκε η πλατεία γεμάτη κόσμο, το ίδιο κι οι εξώστες κι αλήθεια στο πίσω μέρος έστεκαν αρκετοί όρθιοι. Προσπάθησα να του πω κάτι. Αδύνατον. Εκείνος με κοιτούσε σοβαρός. Η φωνή του ακούστηκε στα αυτιά μου σαν σε βόμβο:
⎯ Καίτη, παιδί μου, όλος αυτός ο κόσμος σε περιμένει να μιλήσεις για τον Γερμανό Καλλιγά, αυτόν τον σταθμό στην ιστορία της ελληνικής ορθοδοξίας. Κι εσύ τι θα κάνεις; Θα τον περιφρονήσεις για ένα, δεν το αμφισβητώ, θλιβερό προσωπικό σου ζήτημα; «Εμπρός, παιδί μου, ο καλός καραβοκύρης στην φορτούνα φαίνεται» και πρόσθεσε σιγανά:
⎯ Δικαίωσέ με που σε επέλεξα. Ξέρω πόσο υπεύθυνη είσαι.
Και τότε άκουσα τη φωνή μου, σαν να ήταν ξένη, να λέει απλά:
⎯ Μάλιστα, κύριε Σκούρη, θα μιλήσω.
Ανθοδέσμες
Η φασαρία από τα χειροκροτήματα λες και με ξύπνησε από λήθαργο κι η απόλυτη ησυχία της αναμονής λίγο με τρόμαξε. Σ’ ένα νεύμα του ηλικιωμένου κυρίου οι κουρτίνες άνοιξαν, τα φώτα της πλατείας έσβησαν και βρέθηκα στη μέση της σκηνής πλημμυρισμένη από τα φώτα των προβολέων. Εκείνη την ώρα δεν μ’ ένοιαζε πια για τίποτα.
Έβλεπα το ακροατήριο μέσα από ένα θάμπος κι απευθυνόμουν σοβαρή κι απόλυτα ψύχραιμη προς την άδεια πολυθρόνα δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο με βαθύ αίσθημα πως η γιαγιά κι ο παππούς ήταν παρόντες και τους διάβαζα σαν τότε που ήμουνα μικρή την έκθεσή μου περιμένοντας από τον αυστηρό δάσκαλο τον έπαινό του για την γραφή, όπως έλεγε, την ευγλωττία και το περιεχόμενο.
Η σιωπή που επικρατούσε κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου ήταν απόλυτη, θα έλεγε κανείς κατανυκτική κι όταν τέλειωσα με ξύπνησαν λες τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα που δεν έλεγαν να σταματήσουν και τα «Μπράβο» κάποιων προφανώς ένθερμων οπαδών του κινήματος υπέρ του Ιεράρχη, που χειροκροτούσαν όρθιοι. Την ώρα που υποκλινόμουν κι ευχαριστούσα τον κόσμο είδα να καταφθάνουν τόσες ανθοδέσμες και κάνιστρα με λουλούδια πάνω στη σκηνή, που τα έχασα.
Δύσκολη θέση
Κάποιος με οδήγησε στον Αρχιεπίσκοπο και ενώ ασπαζόμουν το χέρι του με κράτησε και μου είπε με την καθαρή του φωνή:
⎯ Σας συγχαίρω, τέκνον μου, για την εξαίρετον και εμπεριστατομένην ομιλίαν σας, την ρητορικήν σας ικανότητα και ευγλωττίαν και σας κατατάσω «στους νέους επιστήμονας θαύματα».
⎯ Μην ανακόψετε την πνευματικήν σας πορείαν.
Γύρισα και τον κοίταξα κατάπληκτη. Θαρρούσα πως άκουγα τον δάσκαλο παππού μου. Συγκινήθηκα κι ίσως ο Αρχιεπίσκοπος παρεξηγώντας τη στάση μου, συνέχισε.
⎯ Έμαθα για την ατυχία της οικογενείας σας. Θα παρακαλέσω τον Κύριον να σας θέσει υπό την σκέπην του για ό,τι έχει αποφασίσει. Κουράγιο.
Ενώ δεχόμουν συγχαρητήρια κατά το σύνηθες με πλησίασαν δυο σοβαροί κύριοι και με ρώτησαν ευθέως αν πίστευα ότι ο θάνατος του Γεμανού Καλλιγά ήταν φυσιολογικός. Πλάι μου ο Δ. Γέροντας και ο Δ. Σκούρης με κοίταξαν σοβαροί χωρίς να σχολιάσουν. Βρέθηκα σε δύσκολη θέση γιατί μετά την ερευνά μου ο ζυγός έγερνε προς την σκοτεινή πλευρά. Όμως δεν είχα στοιχεία καθαρά. Κι απάντησα κι εγώ με πλάγιο τρόπο:
⎯ Καταλαβαίνω πολύ καλά τι με ρωτάτε, αλλά το τι πιστεύει ο ερευνητής δεν έχει σημασία. «Σκρίπτα μάνεντ» κι αυτές οι πηγές όσο κι αν έψαξα δεν ρίχνουν φως στο «μυστήριο».
Έφυγε ήρεμη…
Οι κύριοι μου χαμογέλασαν συνωμοτικά, με συνεχάρηκαν και χάθηκαν στον κόσμο, που όρθιος δεν έδειχνε αδημονία να εγκαταλείψει τον χώρο. Αντίθετα με μένα που κουρασμένη κι ανήσυχη ζητούσα να με οδηγήσουν στο Νοσοκομείο που ήταν η γιαγιά. Όμως το στοργικό χέρι της μητέρας μου μού έσφιξε το μπράτσο. Θα θυμάμαι πάντα τα ήρεμα λόγια της:
⎯ Παιδί μου, κάνε κουράγιο και προσπάθησε να κρατήσεις με αξιοπρέπεια τη θέση που βρίσκεσαι. Η γιαγιά έφυγε ήρεμη κι ίσως σε βλέπει τώρα από ψηλά. Μη την πικράνεις.
Ένιωσα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Έμενα εκεί παγωμένη, αδάκριτη, σχεδόν χωρίς αισθήματα να απαντάω μηχανικά σε σχόλια και ευγενικούς επαίνους που προς το παρόν μου ήταν άχρηστοι.
Κάποιος ρώτησε τι να κάνει τα τόσα λουλούδια.
Δίπλα μου ο Δ. Σκουζές, πάντα γαλαντόμος είπε χαμογελαστός:
⎯ Ανήκουν στην δεσποινίδα, της αξίζουν. Ο άνθρωπος με κοίταξε ερωτηματικά. Ευχαρίστησα τον Πρόεδρο κι είπα απλά να τα πάνε σπίτι μου, ανήκουν στη γιαγιά μου.
Ευγνωμοσύνη
Ο άνθρωπος δεν πολυκατάλαβε κι ανάλαβε η μητέρα μου. Ένιωθα άσχημα και φαίνεται ότι είχα χλωμιάσει γιατί είδα κάποιες από τις κυρίες του Συλλόγου να με πλησιάζουν ανήσυχες. Με οδήγησαν σε μια ήσυχη γωνιά, κάποια έβγαλε την βεντάλια της και μου έκανε αέρα κι άλλη μου έφερε ένα μεγάλο ποτήρι και με υποχρέωσε να πιω τη δροσερή και γλυκιά πορτοκαλάδα που με ανακούφισε κάπως. Εκείνο όμως που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι η στοργή που με περιέβαλαν, η κατανόησή τους για το πρόβλημά μου. Τότε που οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ιεροί. Η προθυμία να βοηθήσουν και η καλοσύνη τους κι η ικανότητά τους να προσεταιρίζονται τον κάθε άνθρωπο που είχε την τύχη να περάσει το κατώφλι τους.
Και μόνο γι’ αυτό έγραψα αυτή μου την περιπέτεια, την οποία θεωρώ καθαρά προσωπική. Για να τιμήσω αυτά τα παλιά μέλη του Συλλόγου των Αθηναίων και να τους δείξω για μια ακόμα φορά την ευγνωμοσύνη μου. Όσο για μένα θα με κατατρέχουν πάντα σαν ερινύες οι τύψεις ότι συνέβαλα στο χαμό της γιαγιάς μου με την συγκίνηση που της προκάλεσα. Και κάθε φορά που θα ανεβαίνω στο βήμα θα νιώθω ενοχές. Μου λένε ότι κάνω λάθος. Όμως κάποιες τέτοιες περιπτώσεις καταγράφονται στο σκληρό δίσκο του υποσυνείδητου και σ’ ακολουθούν σ’ όλη σου τη ζωή. Και θέλω να κλείσω αυτές τις πικρές αναμνήσεις με μια νότα εύθυμη. Από την τότε μου σύγχυση έχω μπερδευτεί και δεν θυμάμαι ποιοί ήταν οι αντίθετοι των Μελανοχιτώνων. Κι όσες φορές γίνει αναφορά σ’ αυτό πρέπει να ανατρέξω σε Λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες.
Καίτη Βλαχογιάννη



