Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Διάσωση τώρα
Μετά τον θάνατο του Γεωργίου Σουρή, η ιστορική οικία του στο Νέο Φάληρο πέρασε στους κληρονόμους του και στην συνέχεια σε άλλους ιδιώτες. Το 1969 οι δύο κόρες και η εγγονή του ποιητή την επισκέφθηκαν για τελευταία φορά. Έναν χρόνο αργότερα, το 1970, το σπίτι βρέθηκε αντιμέτωπο με την κατεδάφιση και την αντιπαροχή. Ευτυχώς, το σχέδιο εκείνο δεν τελεσφόρησε. Πολλά χρόνια αργότερα το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε την οικία διατηρητέα, αναγνωρίζοντας την ιστορική σημασία της. Σήμερα το ακίνητο προσφέρεται προς πώληση από τους ιδιοκτήτες του ως η ιστορική «Παραθεριστική Οικία Σουρή».
Αλλά, πλέον, ο χρόνος και η εγκατάλειψη έχουν αφήσει τα ίχνη τους. Οι εικόνες είναι δραματικές. Στέγες και πατώματα έχουν υποχωρήσει, ξύλινα στοιχεία καταρρέουν, τοίχοι αποσαθρώνονται. Εκεί όπου κάποτε αντηχούσαν οι στίχοι του Παλαμά, του Πολέμη, του Άννινου και των άλλων ανθρώπων των γραμμάτων, σήμερα βασιλεύουν τα ερείπια και η σιωπή. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αυθεντικό τεκμήριο της νεοελληνικής πνευματικής ζωής και τόπος συναντήσεως μερικών εκ των σημαντικότερων μορφών των ελληνικών γραμμάτων.
Δεν υπάρχουν περιθώρια αναμονής. Ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως διατηρητέου δεν αρκεί, εάν το κτίριο αφήνεται να καταρρέει. Επιβάλλεται άμεση κινητοποίηση, ώστε να ληφθούν τουλάχιστον τα απαραίτητα μέτρα στερεώσεως και προστασίας και να ανοίξει ο δρόμος για την αποκατάσταση και την ανάδειξή του. Θα είναι τραγική ειρωνεία αν χαθεί στις ημέρες μας από την εγκατάλειψη. Διότι, αν καταρρεύσει η οικία του Σουρή, θα χαθεί ένας αυθεντικός τόπος της νεοελληνικής πνευματικής μνήμης. Και τότε κανένας χαρακτηρισμός ως «διατηρητέου» δεν θα μπορεί να τον επαναφέρει.
Από τις δόξες Παλαμά και Πολέμη στην πλήρη εγκατάλειψη
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1891 κυκλοφόρησε ξαφνικά μεταξύ των δημοσιογραφικών και φιλολογικών κύκλων των Αθηνών η είδηση ότι ο Γεώργιος Σουρής, ο αθάνατος σατιρικός ποιητής του «Ρωμηού», επρόκειτο να γίνει ιδιοκτήτης μιας ωραιότατης επαύλεως στο Νέο Φάληρο. Αρχικά θεωρήθηκε ότι επρόκειτο περί φάρσας και αρκετοί δυσπιστούσαν. Ωστόσο, και οι δύσπιστοι υπέκυψαν προ της αλήθειας όταν η σύζυγος του Γ. Σουρή, Μαρή, ένα βράδυ, στο ιστορικό σπίτι του ποιητή στην οδό Πινακωτών, ανήγγειλε στη συντροφιά των λογίων που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται εκεί το χαρμόσυνο γεγονός.
Η απόκτηση
Από την επόμενη ημέρα άρχισαν να κοινολογούνται και οι σχετικές λεπτομέρειες. Έγινε γνωστό ότι κάποια οικοδομική εταιρεία, η οποία τότε είχε ιδρυθεί από την Πιστωτική Τράπεζα και της οποίας μέτοχοι ήταν αρκετοί φιλόμουσοι εύποροι, θαυμαστές του ποιητή, ανέλαβε να ανεγείρει ένα σπίτι για τον Γ. Σουρή, υπό εξαιρετικούς όρους πληρωμής. Εννοείται ότι το ευτυχές γεγονός έγινε τότε θέμα σχολίων και ευθυμογραφημάτων στις εφημερίδες και τα σατιρικά περιοδικά της εποχής εκείνης, με τον Μπάμπη Άννινο να τον αποκαλεί «πυργοδεσπότη»[1].
Τις λεπτομέρειες ωστόσο τις αποκάλυψε ο ίδιος ο Γ. Σουρής στο επόμενο φύλλο του «Ρωμηού». Μέσω των σατιρικών του στίχων διηγήθη πως ο τότε Πρόεδρος της Πιστωτικής Τραπέζης και τακτικός αναγνώστης του, Δημήτριος Σγούτος, του χάρισε ένα από καλύτερα οικόπεδα στο Νέο Φάληρο. Επρόκειτο για οικόπεδο της νέας Οικοδομικής Εταιρείας που είχε ιδρυθεί με κεφάλαια της Πιστωτικής Τραπέζης.
Ήταν εκτάσεως 644 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων και βρισκόταν επί της οδού Ζαΐμη 9 (:σημερινός αριθμός 18), σε απόσταση 18 μέτρων από την παλαιά γραμμή του Σιδηροδρόμου. Είχε πρόσοψη 19,56 μέτρων και συνόρευε ανατολικά με οικόπεδο της Εταιρείας «Νέον Φάληρον», αρκτικώς με την οικία του Θ. Στεφανόπουλου και μεσημβρινώς με οικόπεδο του Μηνά Κορωναίου[2].
Η ίδια μάλιστα η Εταιρεία ανέλαβε να ανεγείρει ένα μέλαθρο για τον ποιητή, το οποίο θα πλήρωνε με άτοκες χρεολυτικές δόσεις. Συγκεκριμένα, το ποσό πωλήσεως καθορίσθηκε σε 12.545 δραχμές, με την υποχρέωση να καταβάλει 339,40 δραχμές τον μήνα και με την πρώτη δόση να ξεκινά την 1η Απριλίου 1892.
Σχετικώς με τους όρους του συμβολαίου ο ίδιος έγραψε στον «Ρωμηό»[3]:
«Αν δ’ ο δεσπότης Φασουλής
Εις την ροήν των χρόνων
Καθυστερήση έξαφνα
Και μίαν δόσιν μόνον
Συνισταμένην εις δραχμάς
Υπερτριακοσίας
Εκτίθεται το σπίτι του επί δημοπρασίας
Και μένει ως και πρότερον
Φιλόσοφος ακτήμων
Μη έχων πού την κεφαλήν
να κλίνη ο παντλήμων».
Θεμέλιος λίθος
Με την υπογραφή των συμβολαίων και την έγκριση των σχεδίων της οικοδομής του ποιητή αποφασίσθηκε να πραγματοποιηθεί και η συνήθης τελετή του θεμέλιου λίθου, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1891. Σε αυτήν προσήλθαν προσκεκλημένοι και απρόσκλητοι θαυμαστές του, οι οποίοι και έλαβαν γνώση των σχεδίων που είχε φιλοτεχνήσει ο αρχιτέκτονας και προσωπικός του φίλος, Αναστάσιος Θεοφιλάς.
Ο Σουρής φρόντισε να περιγράψει – εννοείται εμμέτρως- τα της τελετής του θεμελίου λίθου[4]:
«Ψαλλέντων δε ως έγγιστα τριών Ευαγγελίων
ηκούσθη σύγχυσις πολλή και θόρυβος κι’ αντάρα
κι’ ο Φασουλής κατέρριψεν επί των θεμελίων
μια σφάντζικα του Οθωνος και μια χρυσή πεντάρα
κι’ αρπάσας ως φρενόπληκτος το πιο μικρό μωρό του
το έβαλε, έτσι για καλό, να κάμη το νερό του.
Τότε δή τότ’ εσείσθησαν τα πατρικά εδάφη
Κι’ εκανονιοβόλησαν τα των Ελλήνων σκάφη
Ενώ δ’ αντήχει εκ βροντών των ουρανών ο θόλος,
Τις μοουκαπόρτες άνοιξε κι’ ο Αγγλικός ο στόλος
Και κάθε πνεύμα πονηρόν επήγε κατά κράτος
Κι’ εσφάγη κόκορας παχύς και νυχοποδαράτος!».
Εγκαίνια
Ακόμα ωστόσο πιο ενδιαφέρουσα ήταν η εορτή που δόθηκε από το ζεύγος Σουρή όταν περατώθηκε η οικοδομή του Νέου Φαλήρου. Αποφασίστηκε τότε να πανηγυριστεί το γεγονός με την περίφημη παρέα του Γ. Σουρή στο νέο ιδιόκτητο σπίτι του. Προηγουμένως εστάλησαν στους ενδιαφερομένους προσκλητήρια, συντεταγμένα από τον ποιητή ως εξής[5]:
«Ο Φασουλής τα κάτωθι αγγέλλει ταπεινώς
Την δωδεκάτην, δηλαδή, του τρέχοντος μηνός
Την προσεχή Κυριακήν στας τρεις το μεσημέρι
Κάτω στο Νέον Φάληρον, στο νέο μου λιμέρη
Τελούνται τα εγκαίνια, τα τρομερά και γαύρα
Κι’ ελπίζω να περάσετε, κακά ψυχρά και μαύρα.
Όθεν λαμβάνω την τιμήν, με όλον μου το θάρρος
Αν και πολύ θα δώσετε, στο σπιτικό μου βάρος
Νας σας καλέσω, φιλικώς, κι’ αν ευαρεστηθήτε
Ιδού ο σιδηρόδρομος και κατευοδωθήτε!»
Πράγματι, κατά την προσδιορισθείσα ώρα της 12ης Ιανουαρίου 1892 άρχισαν να καταφθάνουν οι προσκεκλημένοι, οι οποίοι συνέχαιραν τον ποιητή. Επειδή όμως εορτή στο σπίτι του Γ. Σουρή δεν μπορούσε να εννοηθεί χωρίς στίχους, άρχισε από νωρίς η έμμετρη λιτανεία. Ο Μπάμπης Άννινος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Ιωάννης Πολέμης, ο Κωνσταντίνος Σκόκος, ο Γεώργιος Στρατήγης, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Ιωάννης Δαμβέργης και πολλοί ακόμη, υπό το γενικό πρόσταγμα του Άγγελου Βλάχου άρχισαν να απαγγέλλουν ο ένας κατόπιν του άλλου τα προετοιμασμένα για την περίσταση ποιήματα. Άλλα σοβαρά και άλλα εύθυμα, όλα απέβλεπαν στην εξύμνηση του σπουδαίου γεγονότος. Διατυπώθηκαν πολλές ευχές κατά την αξιομνημόνευτη αυτή εορτή από το πλήθος των καλεσμένων[6].
Πρώτος ο Ιωάννης Πολέμης, απήγγειλε:
«Μια μέρ’ ανοίξαν τ’ ουρανού τα γαλαζένια πλάτη
και μέσ’ από του Σαβαώθ τ’ ολόφωτο παλάτι
εβγήκ’ ένα πουλί.
Σαν αστραπή επέταξε, με τα γοργά φτερά του
πέρασ’ αστέρια, σύννεφα, κι ήλθε στη γη εδώ κάτω
κι από ψηλά λαλεί:
“Αϊ, σεις που σπέρνετε στη γη το θρεφτικό σιτάρι
που ‘βγάζετ’ απ’ τη θάλασσα τ’ αχνό μαργαριτάρι
και βιός απ’ τα βουνά,
Για σας με πρόσταξ’ ο Θεός τον ουρανό ν’ αφήσω
γοργόφτερο κι ακούραστο ναλθώ να κατοικήσω
Με σας παντοτινά.
Με λαχταρά κάθε καρδιά, με τρέμουν τα στοιχεία
γιατ’ είμ’ εγώ η ονειρευτή κι’ αθάνατη ευτυχία
και τη χαρά γεννώ.
Μ’ αφού στη γη θα κατοικώ χειμώνα – καλοκαίρι
γυρεύω ν’ αύρω μια φωληά που να μην έχη ταίρι
μηδέ στον ουρανό.”
Κ’ οι άνθρωποι που τ’ άκουσαν ευθύς παλάτια κτίζουν
κάστρα και πύργους κ’ εκκλησιές και μ’ ότι βρουν στολίζουν
για να γενή η φωληά.
Κ’ η ευτυχία από κοντά καμαρωτή διαβαίνει
δεν βρίσκει ότι επιθυμεί και πουθενά δεν μένει
μιάν ώρα, μια σταλιά.
Ενας μονάχα – ο ποιητής, που μεσ’ στο νου του κρύβει
ό,τι έχει ο νους του Σαβαώθ, χτίζει φτωχό καλύβι
και μέσ’ εκείνο κλεί
της νειότης τα ονείρατα, του πόθου το καμινι
μ’ αγάπη αγνή το στόλισε, άγια φωληά να γίνη
στο ζηλευτό πουλί…»
Μετά τον Ι. Πολέμη ήλθε η σειρά του Κωστή Παλαμά, ο οποίος απήγγειλε το εξής ποίημα:
«Τον ίσκιο του ένα σπίτι ρίχνει
στην ακρογιαλιά κτιστό
στα μάτια εκείνων που περνούν
και το θωρούν δεν δείχνει
τίποτε ξεχωριστό.
Με το πολύφλοισβο ακρογιάλι
κι’ οι βορρηάδες οι τρελλοί
και τ’ άγρια κύματα
κι’ αυτά που σβυούν αγάλι – αγάλι
σαν ν’ ακούς γλυκό βιολί.
Κι’ η νύμφες του γιαλού που επάνω
στους αφρούς χοροπηδούν
κάθε τραγούδι τους βαθύ
και μυστικό και πλάνο
για το σπίτι τραγουδούν.
Γιατί στο σπίτι αυτό που ρίχνει
ίσκιο ολόδροσο, χτιστό
στην άκρη εκεί ένας άνθρωπος
κάθεται, ζη δεν δείχνει
τίποτε ξεχωριστό.
Άνδρας, πατέρας, παραστέκει
την γυναίκα π’ αγαπά
καρδιοχτυπάει για τ’ ακριβά παιδιά του
που παρέκει παιχνιδίζουν χαρωπά.
Αλλ’ άφθαρτα αν γυρεύης κάλλη
κ’ ένα κόσμο αν ζητής
θνητέ, μές του ανθρώπου αυτού
θα ταύρης το κεφάλι
γιατί επλάσθη ποιητής».
Ακολούθησε ο πάντα κεφάτος Κωνσταντίνος Σκόκος, απαγγέλοντας το δικό του ποίημα, του οποίου τα δύο πρώτα εξάστιχα ήταν τα εξής:
«Φαντάσου: να σε λεν βαθύπλουτο από στίχους,
νάσαι Ρότσιλδ στη φαντασία και στα μέτρα
και να μην έχης καν και συ τέσσαρες τοίχους,
ένα καλύβι, λίγο τόπο, μία πέτρα!
αυτό ήταν λάθος σου, Θεέ μου, κι αμαρτία
και μια χονδρή σου στο Σουρή μας κοροϊδία!
Τ’ άκουσε ο Θεός… -ήγουν ο Σγούτας να τα λέμε-
pardon, Θεέ! Θα πω και του στραβού το δίκηο,
γιατί πρώτα αυτό , Θεέ μου συχώρεσέ με
ωσάν κεφάλι τετραγωνικό, ανδρίκιο,
είδε πως πρέπει να γενή και κτηματίας
ο αυτοκράτωρ της… συγχρόνου στιχουργίας!».
Τελευταίος ο Μπάμπης Άννινος, απήγγειλε το εύθυμο ποίημά του, του οποίου το πρώτο μέρος είχε ως εξής:
«Σ’ αυτό το σπίτι πούλθαμε το φαληροκτισμένο
του χρόνου, Παναγία μου να τώχη πληρωμένο.
Σ’ αυτό το σπίτι πούλθαμε, κλητήρας αν πατήση,
ο νοικοκύρης του σπιτιού να τον ξυλοκοπήση.
Σ’ αυτό το σπίτι πούλθαμε πέτρα να μη ραίση
και αν ραίση και καμμιά ο Σγούτας ας φροντίση.
Σ’ αυτό το σπίτι πούλθαμε με τους κανούργιους τοίχους
είθε να γράψη ο Ρωμηός χίλιες χιλιάδες στίχους
χρόνια πολλά κι αμέτρητα να ζήση να γλεντήση
αλλά ποτέ Ρωμέϊκο να μη το καταντήση.
Πολλά είπαμε του αφεντικού, ας πούμε της κυρίας
που είναι και κουμπάρα μας με χάριτας μυρίας
Κυρά Μαρή, κυρά Σουρή, κυρά καμπανοφρύδα
σ’ αυτό το σπίτι πούκτισες αλώνιζε και πήδα.
Νάχουν η κότες σας αυγά, ο κήπος σας σπανάκια
και η κυρία Φασουλή, να κάνη φασουλάκια!».

Τεκμήριο που παραμένει χωρίς αξιολόγηση είναι και η περίφημη φωτογραφία που αναφέρεται ως το «Σαλόνι του Σουρή». Πρόκειται περί μίας εκ των συγκεντρώσεων στις οποίες οι συμμετέχοντες ασχολούντο με τα περίφημα «πνευματιστικά τραπέζια» στο σπίτι του Γ. Σουρή. Στο κέντρο του τραπεζιού διακρίνεται ο Άδωνις Κύρου και τέταρτος από αριστερά ο Γεώργιος Σουρής. Άπαντες οι παρευρισκόμενοι, πλην των θυγατέρων του ποιητή, ήταν συνεργάτες «Εστίας».
«Σουρικές» συντροφιές
Οι περισσότερες ευχές πραγματοποιήθηκαν κατά τα διαρρεύσαντα χρόνια. Διότι, πράγματι, ο Γ. Σουρής πέρασε ευτυχής πολλά καλοκαίρια στην οικία του στο Νέο Φάληρο. Διέκοπτε τότε την έκδοση της εφημερίδος του και μετέβαινε με όλη την οικογένειά του στο μαγευτικό προάστιο. Η διακοπή αναγγελλόταν στο τελευταίο φύλλο του με τους εξής στίχους:
«Μαζί με τα κοψίματα
που φέρνει κάθε φρούτο
θα πάψη τώρα κι’ ο Ρωμηός
από το φύλλο τούτο·
θα πάψη κάμποσο καιρό,
καθώς το συνηθίζει
και πάλι παρά θιν’ αλός
πηγαίνει και καθίζει
με άλλους λόγους δηλαδή
πάει στον Φαληρέα του
μαζί με την παρέα του».
Όπως ήταν φυσικό, η «σουρική» συντροφιά, που αποτελείτο από ανθρώπους των γραμμάτων, μετέφερε το στέκι της από το σπίτι των Αθηνών στο σπίτι του Φαλήρου. Η συντροφιά του Γ. Σουρή από νωρίς το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ, με διακοπή μόνο για το βραδινό φαγητό, κατελάμβανε πολλά τραπεζάκια προ του ξενοδοχείου του Σταθμού. Όσοι επισκέπτονταν το Νέο Φάληρο γνώριζαν την τοποθεσία αυτήν, την οποία είχαν ονομάσει «Σουρέικα» και απέφευγαν να καθίσουν εκεί, φρόντιζαν όμως να ευρίσκονται πλησίον ώστε να παρακολουθούν τα ευφυολογήματα και τις πνευματώδεις συζητήσεις τους.
Η παρέα αποτελείτο κυρίως από γνωστούς λογοτέχνες, όπως από τους επίσης Φαληριώτες Παύλο Νιρβάνα, Ιωάννη Πολέμη, Δημήτριο Καμπούρογλου, καθώς και από τους Λάμπρο Πορφύρα, Γεώργιο Πωπ, Άδωνι Κύρου, Γρηγόριο Ξενόπουλο, Βλάση Γαβριηλίδη, Ζαχαρία Παπαντωνίου και πολλούς άλλους. Τακτικό μέλος ήταν επίσης και ο διευθυντής του Νομισματολογικού Μουσείου Ιωάννης Σβορώνος, επίσης Φαληριώτης.
Εκτός όμως της συνήθους παρέας, υπήρχαν και έκτακτα μέλη, μεταξύ των οποίων πολιτικοί και διπλωμάτες. Για να συναντήσει άλλωστε κανείς τον Γ. Σουρή δεν ήταν ανάγκη να ήταν συγγενής ή φίλος. Ο φίλος μπορούσε να φέρει τον φίλο του και έτσι η παρέα διευρυνόταν.
Αλλά και σε μια γωνιά της πλατείας του καφενείου της Φαληρικής ακτής -όταν ήταν στη μόδα και τη δόξα του το νέο Φάληρο- σχηματιζόταν, σχεδόν κάθε βράδυ, γύρω από τον ποιητή ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων. Οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι των γραμμάτων, οι οποίοι αφηγούντο διαρκώς ωραία και έξυπνα πράγματα και διασκέδαζαν ακούγοντας ο ένας τον άλλον. Ο Γ. Σουρής κάπνιζε μακαρίως και σπάνια άνοιγε το στόμα του, όταν επρόκειτο να εκστομίσει κάποια έξυπνη και επιγραμματική φράση.
Βεβαίως στους τακτικούς και οικείους επισκέπτες της οικογενείας παρεισέφρεαν, μερικές φορές και άνθρωποι που θαύμαζαν την πνευματική κίνηση. Συμμετείχαν και αυτοί στις συνεδριάσεις της Σουρικής συντροφιάς, ενώ δεν έλειπαν και τα επίτιμα μέλη, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Πέδρο ντε Πρα και Αγαθίνο (Pedro de Prat y Agacino, 1847-1916), Μαρκήσιος του Πρα ντε Ναντουγιέ, πρέσβης της Ισπανίας στην Αθήνα[7].
Ο διακεκριμένος Ισπανός διπλωμάτης ερωτεύθηκε την περιζήτητη και με πολλούς θαυμαστές ωραιότατη Ελληνίδα Ελίζα Σούτσου, την οποία κατόρθωσε να κατακτήσει προκαλώντας τον φθόνο πολλών Ελλήνων. Την νυμφεύθηκε μάλιστα -σε δεύτερο γάμο- και ο Γ. Σουρής χαιρέτησε την επομένη το ευτυχές γεγονός γράφοντας:
«Μπράβο σ’ εσένα Ναντουγέ
και εις τους άλλους πρίτσι
είχες δεν είχε ορέ Πρά
το πήρες το κορίτσι!».
Οι Φαληριώτες είχαν συνηθίσει την κάθε καλοκαίρι κάθοδο του δημοφιλούς και αξιαγάπητου ποιητού στο πανέμορφο προάστιό τους. Όταν μάλιστα το θέρος του 1912 είχε αργήσει να κατέλθει, εφημερίδα των Αθηνών έγραφε: «Εφέτος δεν ενεφανίσθη ακόμα. Οι Νεοφαληριώται ανησυχούν»[8].
Σε χρονογράφημά στον Τύπο με την υπογραφή «Κόκκινος Ρεπόρτερ» είχε χαρακτηρίσει τον Γ. Σουρή χαρακτηριστική φυσιογνωμία του Φαλήρου, που εγκαινίαζε κάθε χρόνο την καλοκαιρινή σαιζόν. Το αναδημοσιεύουμε αυτούσιο[9]:

Γύψινη προτομή του Γ. Σουρή έργο του Νικ. Γεωργαντή που χρησιμοποιήθηκε ως πρόπλασμα για την επιτύμβια προτομή που βρίσκεται στο Α΄Κοιμητήριο Αθηνών στον τάφο του ποιητή. Από τα εκθέματα του «Συλλόγου των Αθηναίων».
ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑΙ ΤΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ (1904)
Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
«Πλήρης ημερών περιτριγυρισμένος από τέκνα, από της χθές δε και από εγγόνια, όπως οι Πατριάρχαι της Γραφής, με την μορφήν και το γένειον Χριστού όστις δεν θα σταυρωθή ποτέ, ο Σουρής εξαπλώνει τον ίδιον και εφέτος πόδα επί της ιδίας καρέκλας του ιδίου τραπεζιού της ιδίας πλατείας, του αυτού Φαλήρου!
Λέγουν ότι ο Κάντιος εκανόνιζε με την έξοδόν του την ώραν των κατοίκων της πόλεως Κενισβέργης και ότι ο Ίψεν ενεψύχωνε πάντοτε το ίδιον καφενείον της Χριστιανίας. Ο Σουρής εγκαινιάζει τας σαιζόν του Φαλήρου και η πολυάριθμος γεννεά του και ο μακαρίτης Γκιούλ και οι φίλοι του και το γένειον του και αι διόπτραι της κυρίας του και το υελώδες του βλέμματος του και η ισχνότης του και η σιωπή του είνε μαζή με το θερμόμετρον και με τους λουομένους τα πρώτα σημεία της φαληρικής ευοδίας. Όπως μετά τον κατακλυσμόν η περιστέρα, τοιουτοτρόπως μετά το ψύχος ο Σουρής δεικνύει το κατοικήσιμον του Φαλήρου.
-Ποιος είνε καλέ εκείνος ο καλός αγριάνθρωπος που έχασε τα καράβια του και κάθεται τόσον απηλπισμένος εκεί κάτω;
-Ούτε καράβια είχε ούτε καράβια έχασεν. Αλλ’ ούτε και αγριάνθρωπος είνε, απαντούν εις τους αθώους ξένους οι έμπειροι φαληριζόμενοι. Είνε ο Σουρής.
Είνε τωόντι ο Σουρής με κάτι απαισιοδοξίας και χρεωκοπίας, μισανθρωπίας και αφελείας, μυωπίας και κοιλιακών ενοχλήσεων, υποχονδρίας και σκεπτικότητος εις το βλέμμα, ένας Σουρής με παροξυσμούς φλυαρίας και παρατάσεις νεκρικής σιγής, νευρικός, παροξυστικός, γλυκύτατος και αγγελικός.
Γύρω του οι φίλοι διαδέχονται αλλήλους. Κάθε χρόνον και η θάλασσα σαρώνει τους παλαιούς, νέοι έρχονται και από δεκαετείας, όπως τα φύλλα του δένδρου ανανεούνται και οι φίλοι πέριξ του θερινού φαληρικού τραπεζιού του Σουρή.
Πότε νέοι ποιηταί, πότε νέοι αόριστοι ζωγράφοι εκ Πειραιώς, πότε συγγενείς απρόοπτοι από διάφορα μέρη της Ανατολής ορμώμενοι, πότε μεσόκοποι κυρίαι, πότε ωραίαι δεσποινίδες και πότε παροδικοί Κρήτες εναλλάξ παρακάθηνται πλησίον του ποιητού του Ρωμηού. Άλλοτε ήτο ο κ. Στρατήγης, όστις ως ο ναύκληρος της παρέας κάθε βράδυ επί έτη υψωνόμενος εις την άκραν των ποδών του και τείνων εν αγωνία την χείρα προς άνω, εσημείωνε τον απόγειον και προήγγειλεν όλους τους ανέμους. Τώρα είνε ένας φιλόλογος εκ της μεγαλονήσου όστις παρ’ ολίγον να μονομαχήση, και ένας ολόξανθος ανυπόφορος διά τας φάρσας του δημοσιογράφος, και ένας τύπος ιατρού παράξενος και ένας καθηγητής κακόγλωσσος. Όλοι οι άλλοι σύντροφοι μεταλλάσσονται και σκορπίζονται ως τα κύματα.
Εν μέσω των φίλων αυτών παρών και μολαταύτι αφηρημένος καταδιώκων στίχους η μακαριότητα, χαύνος και εξηντλημένος, κοιμώμενος πολύ και έχων πάντοτε την όψιν ως να ηγρύπνησεν ο αθωότατος εις νύκτας οργίων, ομιλεί διά τας φανταστικάς του ασθενείας, διά τους φόβους του και διά την συχασίαν των ανθρώπων ο ποιητής.
Συχνότερα όμως σιωπά, σιωπά, βυθισμένος εις νιρβάνας, σιωπά ως ο οπαδός του Βούδα και εκτός από κάποια μονοσύλλαβα και κάποιας επιφωνήσεις όλως διόλου ραβελεσιακάς και αριστοφανείους τίποτε άλλο δεν εκστομίζει.
Και είνε ο ευτυχέστερος άνθρωπος του Φαλήρου. Ο Αλέξανδρος αν τον έβλεπε φαληριζόμενον θα έλεγεν ωρισμένως ότι αν δεν ήτο Αλέξανδρος θα ήθελε να είνε Σουρής. Παρά την απελπισίαν και τον μισανθρωπισμόν του απολαμβάνει των πάντων∙ έχει τον στόμαχον σιδηρούν, τα πεπτικά του εν γένει όργανα αλώβητα, τας αισθήσεις εστραμμένας εις τον απόγειον, το ούς προσεκτικόν εις τα λογοπαίγνια. Όπως οι οπαδοί του Επικούρου έχει λύσει διά της απαθείας το πρόβλημα της ζωής.
Και είνε και σκώπτης.
Κάποτε ένας Κρητικός σύμβουλος του πρίγκηπος Γεωργίου επήγε να τον επισκεφθή εις το Φάληρον. Ήτο η ζέστη αφόρητος και η διαμονή ωμοίαζε με αγωνίαν.
-Τι ήλθες να κάμης εδώ;
-Να αλλάξω αέρα Γιώργο.
-Και έρχεσαι από την Χαλέπα;
-Ναι.
-Κάνει δροσιά;
-Πολύ δροσιά.
Ο Σουρής εσιώπησε προς στιγμήν και έπειτα:
-Δεν μου λες, σε παρακαλώ, με το ίδιο μυαλό διευθύνεις και τας υποθέσεις της Κρήτης;
Η ειρωνία είνε απόδειξης και αυτή υγείας.
Και ο Σουρής καθίσταται τοιουτοτρόπως επί πλέον και πλέον ένα είδος στοιχειού του Φαλήρου, ο πατριάρχης της πλατείας, ένας θεός της παραλίας Ολύμπιος και πασίγνωστος, συγχωνευμένος με τα λουτρά και με τας ιόχρούς όψεις της Καστέλλας και έχει εντός του στοιχεία αιωνιότητος.
Και αγαπά τόσον το Φάληρον ώστε υποθέτω ότι όταν θνήσκων μετά πολλάς δεκαετίας μεταβή εις τον Παράδεισον θα δυσαρεστηθή πολύ και στρεφόμενος με οφθαλμούς χαύνους και εξωργισμένους θα κυττάξη με την μυωπίαν του τον άγιον Πέτρον και θα του ειπή:
-Τι ξεράσματα είνε αυτά. Δεν μας άφινες εις το Φάληρον!
Ο κόκκινος ρεπόρτερ

Η πρώτη σελίδα της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ» της 3ης Σεπτεμβρίου 1919 αφιερωμένη στον Γ. Σουρή, όπου και το τελευταίο σκίτσο του Γ. Σουρή όπως το απέδωσε ο Γ. Ροϊλός .
Ο θάνατος του ποιητή
Πράγματι, όταν ο Γ. Σουρής έφυγε από τη ζωή, το Νέο Φάληρο έχασε έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους τύπους του. Μετέστη στην αιώνια ανατολή, το πρωί της 26ης Αυγούστου 1919, και ο σπουδαίος γιατρός και λογοτέχνης Παύλος Νιρβάνας ήταν εκείνος που υπέγραψε τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του. Είναι άλλωστε γνωστός ο δημοσιογραφικός έρως του ποιητή με την Εστία και τους ανθρώπους της. Ήταν πάντα παρών στις πάσης φύσεως δραστηριότητες της από τη γέννησή της το 1876.
Παρέμεινε δε πιστός φίλος της μέχρι την ημέρα που έκλεισε τα μάτια του. Και η «Εστία» όμως τίμησε αυτή τη φιλία. Παρακολούθησε την πορεία του ιδίου και του πνευματικού του τέκνου, του «Ρωμηού», φιλοξένησε αμέτρητους στίχους του, πλήθος σκίτσων.
Ως τόπος θανάτου, δηλώθηκε στο Ληξιαρχείο Αθηνών από τον γαμπρό του, σύζυγο της κόρης του Αλεξάνδρας, τραπεζοϋπάλληλο Εύανδρο Ζητουνιάτη, η οικία του επί της Ζωοδόχου Πηγής. Όμως ο υιός του Κρίτων Σουρής στο έργο του «Γεώργιος Σουρής και η εποχή του» αναφέρει πως απεβίωσε στην οικία του στο Νέο Φάληρο[10]. Αυτό φαίνεται και από τις δημοσιεύσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τον θάνατό του.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 20 Σεπτεμβρίου 2026.








