Αρκετοί θεωρούν πως ο μήνας Σεπτέμβριος είναι ο καλύτερος του χρόνου και πολλά είναι τα λαογραφικά κείμενα που τον συνοδεύουν. Εξάλλου, σε όλη την Ελλάδα συνδεόταν με την ευχάριστη αλλά και αποδοτική παραγωγή του μούστου, στην οποία διατηρούσε προπολεμικά τα πρωτεία η Αττική και η Αρκαδία παράγοντας περισσότερες από σαράντα εκατομμύρια οκάδες η κάθε μία! Η δε αρχή του μηνός, η 1η Σεπτεμβρίου, όπως έχουμε γράψει ήδη, συνδεόταν με τις πατροπαράδοτες μετακομίσεις, γεγονός που δεν έχει απασχολήσει, όσο θα έπρεπε, τους σύγχρονους λαογράφους.
Το στυφάρισμα
«Οι άνθρωποι των περασμένων γενεών ήταν καλύτεροι διότι κατανάλωναν ξανθιά ρετσίνα», συνήθιζε να λέει ο γνωστός αθηναιογράφος Κώστας Δημητριάδης κάθε Σεπτέμβρη όταν ερχόταν η εποχή του τρύγου, του μούστου και του στυφαρίσματος των βαρελιών[1]. Κοσμοχαλασιά στους δρόμους, με τους ταβερνιάρηδες και τους… κρασοπατέρες να βρίσκονται σε συναγερμό. Τα βαρέλια παρατεταγμένα στα πεζοδρόμια ή στις γειτονιές ακόμη και στη μέση του δρόμου. Οι βαρελάδες έπιαναν δουλειά∙ άνοιγαν, έτριβαν, καλαφάτιζαν και ετοίμαζαν τα βαρέλια για να υποδεχθούν την πολυύμνητη «ξανθιά θεά», τη ρετσίνα. Προπολεμικά, ιδιαίτερα η λεωφόρος Μεσογείων αποκτούσε γιορτινή όψη, αφού ποτέ άλλοτε δεν γνώριζε τόσο μεγάλη κίνηση.
Οι ποικιλίες
Φαίνεται πως ο Κ. Δημητριάδης δεν έλεγε απλά ρομαντικές κουβέντες. Τα στατιστικά στοιχεία αναφέρουν πως μόνον στην Αθήνα το 1885 καταναλώνονταν 40.000 οκάδες κρασί και το 1935 είχαν φθάσει τα 45 εκατομμύρια οκάδες[2]! Δικαιολογημένα λοιπόν όσα ακούγονταν για την εποχή του τρύγου και τις ποικιλίες του. Αιμοστάλαχτοι ροδίτες, πολύχυμα σαββατιανά, άσπρο και μαύρο μοσχάτο κι αηδάνι, γλυκερήθρα, γουστουλίδη, μαλαγουζιά, μαλουκάτο, μοσχοφίλερο, τουρκοπούλα, φιλέρι, αθήρι, ακομινάτι, ασύρτικο, βιδιανό, βηλάνα, κοτσιφάλι, μαυροδάφνη και πόσες ακόμη ποικιλίες σταφυλιών που χρησίμευαν για πάτημα. Και άλλες τόσες ποικιλίες επιτραπέζιων: άσπρο καραμοσκέτι, Μονεμβασιά, μυγδάλι, σουλτανίνα, αητονύχι, αυγουλάτο, αχλάδι, δανιά, δερματιάς, καρυδάτο, κολοκυθάπι, κορίθι άσπρο και κόκκινο, νυχάτο μαύρο, πετεινός, ραζακί άσπρο και κόκκινο και φράουλα!
Οι βαρελάδες
Στέναζαν τα κοφίνια κάτω από το βάρος των σταφυλιών που μεταφέρονταν από το αμπέλι στο πατητήρι. Εκατοντάδες χιλιάδες οκάδες σταφύλι, εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές. Περισσότερα από δυόμισι δισεκατομμύρια δραχμές απέδιδαν προπολεμικά τα ευλογημένα αμπέλια. Η ιεροτελεστία δεν τέλειωνε βέβαια στον τρύγο. Ακολουθούσε το πάτημα, η ρευστοποίηση, η παραγωγή του μούστου από τον οποίο θα γινόταν η ρετσίνα για να ευφρανθούν οι καρδιές των ανθρώπων. Σημαδιακή ημερομηνία του Αγίου Δημητρίου, οπότε και ανοίγονταν τα νέα κρασιά. Οι προετοιμασίες των ταβερνιάρηδων στο ζενίθ.
Εβδομάδες πριν είχαν φροντίσει να βγάλουν τα κρασοβάρελα έξω από το μαγαζί. Καθάριζαν και ασβέστωναν τις αποθήκες. Ευαίσθητο πράγμα το κρασί, θέλει την καθαριότητά του. Και τα κρασοβάρελα το «στυφάρισμά» τους. Πιο παλιά γινόταν με ζεστό νερό κι ασβέστη, αλλά δεν προστάτευε το κρασί από ασθένειες. Έτσι, ανακαλύφθηκαν οι «ατμιστήρες», όπως αποκαλούσαν οι ταβερνιάρηδες τα μηχανήματα ατμού που είχε αγοράσει ο «Σύνδεσμος Οινοπωλών και Παντοπωλών Αθηνών»[3]. Έτσι, ο ζεστός ατμός εισχωρούσε σε βάθος του ξύλου και κατέστρεφε τους μικροοργανισμούς. Το βαρέλι κατέβαινε στο υπόγειο έχοντας στα σωθικά του τα «ρετσίνια» και περιμένοντας τον μούστο που θα έβραζε 40-50 μέρες στο ακάλυπτο βαρέλι. Μετά σφραγιζόταν καλά και όταν ερχόταν ο Αϊ – Δημήτρης η ολόξανθη ρετσίνα περίμενε ν’ ακούσει τραγούδια και καντάδες από τους θαυμαστές της.
Όμορφη Αθήνα…
Οι εικόνες αυτές προκαλούσαν ευωχία στους ταβερνιάρηδες αλλά και στους κρασοπατέρες. Υπήρχε όμως και η καθημερινότητα του υπόλοιπου κόσμου. Μια καθημερινότητα η οποία παρά τις δυσκολίες της διατηρούσε το κέφι και το ρομαντισμό της. Άραγε ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει το περίφημο «’Ομορφή μου Αθήνα» με τον Νίκο Γούναρη, το οποίο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έπλεκε τον ύμνο της αθηναϊκής αυλής; Οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες έφερναν στο προσκήνιο τις παλαιότερες ρομαντικές και ανέμελες εποχές.
Τις εποχές αυτές θύμιζαν οι στίχοι οι οποίοι αναπολούσαν «πουν’ τα χρόνια που ξηγιόμαστε αλάνικα / και που σέρναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα». Οι στίχοι αυτοί όμως έγιναν αφορμή να διαμορφωθεί η εντύπωση πως υπήρξε κάποια εποχή που συνέβαινε αυτό, άρα εποχή πλήρους ευημερίας για τα λαϊκά στρώματα. Δεν έχει όμως μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί πως τη φράση εισήγαγε στην καθημερινή μας ζωή ο Γεώργιος Σουρής για να περιγράψει το ακριβώς αντίθετο!
Πάλι ο Γ. Σουρής
Μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επικρατούσε το έθιμο της 1ης Σεπτεμβρίου, ημέρα που είχε καθιερωθεί για τις μετακομίσεις. Ένα σπουδαίο για την ελληνική πρωτεύουσα έθιμο για το οποίο έχει εκπονηθεί και εκδόθηκε η εργασία μας με τίτλο «Αθηναϊκή Μετοικεσία». Με το θέμα είχε ασχοληθεί βεβαίως και ο Γεώργιος Σουρής, αφιερώνοντας δύο φύλλα του «Ρωμηού» του (1899)[4]. Εξάλλου, η κατοικία του Σουρή, όπου υπήρχε το περίφημο «σαλόνι» του, ήταν είδηση σημαντική για την πνευματική Αθήνα και όχι μόνο.
Εκεί σύχναζαν σπουδαίοι παράγοντες της δημοσιογραφικής ζωής των Αθηνών, γεγονός που έφερνε πάντα το σαλόνι του στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Στο πρώτο φύλλο λοιπόν ασχολείται με το παλιό σπίτι και τη μετακόμιση. Καταγράφει το κλίμα της εποχής, μεταφέρει την εικόνα μέσα και έξω από τις οικίες, περιγράφει αντικείμενα και οικοσκευές, δίνει εικόνες από τους δρόμους της πόλης και αποδίδει την ατμόσφαιρα της γειτονιάς την περίοδο των μετακομίσεων προσφέροντας πλήθος λαογραφικών στοιχείων.
…Δέναμε λουκάνικα
Όπως πάντα, ελαφριά αλλά όχι επιδερμικά, θίγει και μείζονα πολιτικά ζητήματα, όπως η διαχείριση των δανείων που έχει πολλές φορές προκαλέσει πλήθος προβλημάτων στην Ελλάδα. Σαρκαστικά λοιπόν έγραφε το τετράστιχο: «Υπενθυμίζει τους καιρούς / τους κατά πάντα φλογερούς / που ροκανίζαμε γλυκά, τα’ αγύριστα τα δανεικά, / που δέναμε λουκάνικα στων σκύλων τις ουρές / κι ετρώγαμε κι εβγάζαμε στερλίνες λαμπερές»! Η φράση του για την εποχή που έδεναν λουκάνικα στις ουρές των σκυλιών, ως ένδειξη οικονομικής ευημερίας λόγω των δανείων που λάμβανε η χώρα, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον επί πολλές δεκαετίες[5].
Καυστικός, δηκτικός και επίκαιρος ο Γ. Σουρής, αναφερόταν και στον Θ. Δηλιγιάννη και τις «κούφιες» πολεμικές διαθέσεις του, τα νερά της Στυμφαλίας που θα ξεδιψούσαν την Αθήνα και σειρά ακόμη επίκαιρων ζητημάτων. Υμνούσε το παλιό σπίτι, όπου έμεναν οι ήρωές του (Φασουλής και Περικλέτος), μνημόνευε τους εσωτερικούς χώρους του αλλά και τις χάρες του, όπως το μπαλκόνι. Κυριολεκτικά τίποτε δεν άφηνε να πέσει χάμω ο Γεώργιος Σουρής. Από τη βρωμιά του δρόμου μέχρι τους απαραίτητους για την μετακόμιση αραμπάδες.
Τα γυαλικά
Στο δεύτερο φύλλο ο Γεώργιος Σουρής ασχολείτο με το νέο σπίτι. Περιέγραφε τα εξωτερικά και εσωτερικά χαρακτηριστικά του, από τα σκαλοπάτια και το χαγιάτι μέχρι την ταράτσα και την άπλα της αυλής. Τα πάντα νέα∙ δώμα, δρόμος, γείτονες, πλυσταριό και μαγειρειό. Σχολιάζοντας την επικαιρότητα, εσωτερική και εξωτερική, εξέφραζε τους φόβους του για τις απώλειες των μετακομίσεων –γυαλικά, σκεύη κ.ά.–, βάζοντας τον Φασουλή να καθιστά υπεύθυνο τον Περικλέτο. Στο τέλος εξέφραζε την χαρά του για τις απολαύσεις του νέου σπιτιού, το οποίο προφανώς θα ήταν καλύτερο από το προηγούμενο.
Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εστία» 2 Σεπτεμβρίου 2016
Συμπληρωμένες δημοσιεύσεις:
Εφημερίδα «Εστία» 3 Σεπτεμβρίου 2018
Εφημερίδα «Εστία» 2 Σεπτεμβρίου 2022
Εφημερίδα «Εστία» 1 Σεπτεμβρίου 2026





