Οι τσοπάνηδες και η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

 

Όταν αλλάζει ο καιρός μας δίνεται η ευκαιρία  να ρίξουμε μία ακόμη ματιά στο παρελθόν. Στους καλύτερους μετεωροσκόπους, τους τσέλιγκες και τους τσοπάνους, οι οποίοι κάποτε λειτουργούσαν ως ανθρώπινα… αστεροσκοπεία. Επίσης στην ιστορία της δημιουργίας της Μετεωρολογικής μας Υπηρεσίας, η οποία τόσες υπηρεσίες μας προσφέρει.

Εξάλλου, οι προβλέψεις των καιρικών συνθηκών και γενικότερα η μετεωρολογία, αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας και πολύτιμος αρωγός στον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων μας. Μπορεί συχνά να παραπονιούνται οι πολίτες για άστοχες προβλέψεις, αλλά δεν είναι εύκολο να φανταστούν τι συνέβαινε τα προπολεμικά χρόνια, όταν ο Περικλής Αργυρόπουλος έγραφε πως «το Αστεροσκοπείο του Πανεπιστημίου μας δεν μπορεί να κάνει καμιά πρόβλεψη για τον αυριανό καιρό ή μάλλον δίδει… αντίθετο καιρό»![1]

Θεόκλητος Φιντικλής

Σκίτσο του Θεόκλητου Φιντικλή.

Ο Δημήτρης Ψαθάς σε ένα από τα πρώτα ρεπορτάζ που δημοσίευσε συνιστούσε στους πολίτες όταν το Αστεροσκοπείο προέβλεπε αίθριο καιρό να παίρνουν τις ομπρέλες τους και όταν προέβλεπε δροσιά να ετοιμάζονται για θαλάσσιο μπάνιο! Εξάλλου τότε δεν υπήρχαν τηλεοπτικοί σταθμοί για να διαθέτει ο καθένας τον δικό του παρουσιαστή καιρού.[2]

Έναν μόνον μετεωρολόγο γνώριζε ο κόσμος και ήταν ο Θεόκλητος Φιντικλής. Αναγκαζόταν όμως να εμφανίζεται διαρκώς απολογούμενος για τις… αστοχίες του Αστεροσκοπείου. «Εμείς δεν προβλέπουμε τον καιρό, μόνον παρατηρούμε», απαντούσε στερεότυπα ο Φιντικλής.[3] Ήταν ακόμη η εποχή που θεωρούσαν τους τσέλιγκες και τους τσοπάνηδες ως τους καλύτερους μετεωροσκόπους.

Προέβλεπαν με ακρίβεια τον καιρό, ενώ έδειχναν εμπιστοσύνη στους πρακτικούς τρόπους που χρησιμοποιούσε ο λαός από αμνημονεύτων χρόνων. Την πρωτοκαθεδρία κατείχαν οι τσέλιγκες της περιφέρειας Ναούσης και Βέροιας, οι οποίοι θεωρούνταν ακριβέστατοι στις προβλέψεις τους. Η φύση ήταν ο ασφαλής οδηγός τους. Αναγκασμένοι να περνούν την ώρα τους στην ύπαιθρο, στα βουνά και στα λαγκάδια και υποχρεωμένοι να προφυλάσσονται από τις μεταβολές του καιρού, είχαν συνηθίσει να παρατηρούν και να συσχετίζουν τα φυσικά φαινόμενα. Ακόμη και τη συμπεριφορά των ζώων τους παρατηρούσαν για να καταλήξουν με βεβαιότητα: ―«Αύριο θα ’χουμε χιόνι»! Η εμπιστοσύνη που έδειχναν στις προβλέψεις τις οποίες έκαναν οι τσέλιγκες ήταν εντυπωσιακή.[4]

Οι τσοπάνηδες

Σε επιστήμη είχε αναχθεί η πρόβλεψη του καιρού από τους παραδοσιακούς γέροντες σε όλη την Ελλάδα. Άλλοι παρατηρούσαν τα πουλιά, αν πετούν ψηλά ή χαμηλά, για να προβλέψουν αν βρέξει ή όχι, άλλοι το φεγγάρι, αν έχει «στεφάνι» ή όχι κ.λπ. Αλλά και η συμπεριφορά των φυτών για πολλούς μπορούσε να αποκαλύψει τις διαθέσεις του καιρού. Η μυρωδιά τους προδίδει αν επίκειται ή όχι βροχή, ενώ και η ταχύτητα των ήχων της φύσης είναι ακόμη ένας παράγοντας πρόβλεψης. Επίσης ο καπνός της φωτιάς, αν ανεβαίνει κάθετα προς τα πάνω και ανενόχλητος ή με στροβιλισμούς, αποκαλύπτει αν θα ακολουθήσει βροχή με δυνατό αέρα ή όχι. Από τους καλύτερους οιωνοσκόπους ήταν όμως και οι τσοπάνηδες των Αττικών Μεσογείων.

Σ’ εκείνους κατέφευγαν ακόμη και οι εφημερίδες της εποχής για να προβλέψουν τι τους επιφύλασσε ο επερχόμενος χειμώνας! Μέχρι που τα τελευταία προπολεμικά χρόνια δημοσιεύθηκαν οι σημειώσεις που κρατήθηκαν βάσει των προβλέψεων ενός τσοπάνου των Μεσογείων, τον οποίο αμφισβητούσαν οι επιστήμονες. Το γεγονός ότι ο χειμώνας της χρονιάς που παρακολουθούσαν ήταν πράγματι από τους δριμύτερους της δεκαετίας του 1930, επιβεβαίωσε τις πρακτικές προβλέψεις, ενώ το 1937 έγινε και ανάλογη σύγκριση με προβλέψεις από διάφορα μέρη του κόσμου. Η λαϊκή πείρα, όπως εκφραζόταν από Έλληνες χωρικούς, υλοτόμους της Αμερικής οι οποίοι παρατηρούσαν τα δέρματα των αγριμιών και ερυθρόδερμους του Καναδά που παρατηρούσαν τις κουκουναριές των πεύκων, πάντα αναδεικνυόταν σοφή.[5]

Ίδρυση και αντιδράσεις

Τα χρόνια πέρασαν, η επιστήμη προόδευσε και τα δελτία καιρού κατέκτησαν περιφανή θέση στα δελτία ειδήσεων. Πηγή των πληροφοριών είναι η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, η γνωστή μας ως ΕΜΥ, η οποία ιδρύθηκε το 1931 ως Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΜΥ) κυρίως για τις ανάγκες της αεροπορίας και της γεωργίας. Αυτός ήταν εξάλλου και ο λόγος για τον οποίο η ίδρυση της υπηρεσίας αυτής εντάχθηκε στον Νόμο με τον οποίο οργανώθηκε η Πολεμική Αεροπορία. Μέχρι τότε η πρόγνωση του καιρού και τα σχετικά με τις εφαρμογές της κλιματολογίας και της μετεωρολογίας στην Ελλάδα ήταν έργο του Μετεωρολογικού Τμήματος του Αστεροσκοπείου Αθηνών.[6] Υπήρξαν ωστόσο αντιδράσεις εκ μέρους του Αστεροσκοπείου Αθηνών, από το οποίο αφαιρείτο η αρμοδιότητα.[7]

Όταν συζητήθηκε το νομοσχέδιο στη Γερουσία, τον Ιούλιο 1931, ο διαπρεπής Έλληνας αστρολόγος Δημήτριος Αιγινήτης (1862-1934) ετάχθη κατά της ψηφίσεώς του. Υποστήριζε ότι συντάχθηκε από μη ειδικούς και ότι καταργούντο η Μετεωρολογική Υπηρεσία του Αστεροσκοπείου Αθηνών η οποία λειτουργούσε έως τότε. Πάντως η ίδρυση της νέας υπηρεσίας έγινε ευμενώς δεκτή από το κοινό, το οποίο μάλλον δεν ενδιεφέρετο για τις λεπτομέρειες περί υπαγωγής της υπηρεσίας στο Πανεπιστήμιο ή την Αεροπορία.[8]

Στην οδό Ακαδημίας

Αντιθέτως στήλες ολόκληρες αφιερώνονταν στις εφημερίδες για τον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας, η οποία εγκαταστάθηκε στην οδό Ακαδημίας. Στη νέα υπηρεσία μετατάχθηκε το προσωπικό από τη Μετεωρολογική Υπηρεσία του Αστεροσκοπείου. Επρόκειτο περί 12 μετεωρολόγων που αποτέλεσαν και τον πυρήνα της ΜΥ. Επίσης μεταφέρθηκαν και τα μηχανήματα του Αστεροσκοπείου. Με νεότερο διάταγμα καθορίστηκαν οι αρμοδιότητες των διευθύνσεων της Υπηρεσίας, ενώ συστήθηκε Συμβούλιο της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας. Το Συμβούλιο αυτό εξέλεξε πρώτο διευθυντή τον σπουδαίο πλοίαρχο τότε Περικλή Ρουσέν και υποδιευθυντή τον υποπλοίαρχο Ανδρέα Κυριακίδη.[9]

Ο τελευταίος υπήρξε και το πρόσωπο το οποίο ουσιαστικά οργάνωσε την υπηρεσία. Με σπουδές στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στάλθηκε από το Βασιλικό Ναυτικό και σπούδασε Μετεωρολογία στη Γαλλία. Μετατάχθηκε με τον βαθμό του επισμηναγού στην Πολεμική Αεροπορία (1933), προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον πόλεμο και ανέλαβε διοικητής της ΜΥ μέχρι την αποστρατεία του (1951). Διευθυντές της υπηρεσίας διετέλεσαν επίσης ο υποστράτηγος και αργότερα δήμαρχος Αθηναίων Ιωάννης Πιτσίκας για μικρό χρονικό διάστημα (1935), ο πλοίαρχος Γ. Χορς (1936-1941) κ.ά.[10]

Μετεωρολογικά Όργανα

Η ΕΜΥ

Ο ρόλος που διεδραμάτισε η νέα υπηρεσία στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων ήταν σημαντικός. Προς την ΕΜΥ εστράφη πλέον το βλέμμα όλων αφού εξέδιδε τις τακτικές ανακοινώσεις για τις καιρικές προβλέψεις. Από τη σύστασή της δεν περιορίζετο μόνον στην πρόβλεψη του καιρού. Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η ΜΥ μετονομάσθηκε σε ΕΜΥ και από το 1950, όταν καταργήθηκε το Υπουργείο Αεροπορίας και ιδρύθηκε το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, υπήχθη σε αυτό.[1] Οπωσδήποτε ο ρόλος της υπηρεσίας αναβαθμίσθηκε με τη ραγδαία ανάπτυξη της Πολιτικής Αεροπορίας. Ιδιαίτερο Κέντρο ιδρύθηκε στον Αερολιμένα του Ελληνικού, αλλά και ένα ακόμη στον λιμένα του Πειραιά για την εξυπηρέτηση αναγκών της ναυτιλίας.[11]

Η εξέλιξη της ΕΜΥ υπήρξε εναρμονισμένη με τις διεθνείς πρακτικές αφού η Ελλάς ήταν μεταξύ των χωρών που επικύρωσαν τη σύμβαση του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από τον Μάρτιο 1950. Σταθμούς στην ιστορία της αποτέλεσαν η αναδιοργάνωσις που επετεύχθη τις δεκαετίες 1970-1980, ενώ το 1995 αναπροσαρμόσθηκε ο ρόλος της με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Καθορίσθηκε δε η χρησιμότητά της στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες στην Εθνική Άμυνα, την Εθνική Οικονομία και τις γενικότερες δραστηριότητες του κοινωνικού συνόλου.[12]