Βλάσης Γαβριηλίδης, ο πιο φανατικός Έλληνας βίγκαν (:χορτοφάγος)

Είχε ασπαστεί τον βιγκανισμό και δεν κατανάλωνε τίποτε ζωικό

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Πολλοί πιστεύουν πως οι βίγκαν (vegan = vegetarian = χορτοφάγος) και ο βιγκανισμός (veganism = καθαρή χορτοφαγία) είναι φαινόμενο των ημερών μας. Δικαιολογημένα, αφού ποτέ άλλοτε δεν οργανώθηκε τέτοια εκστρατεία, όπως αυτή που γνωρίζουμε στις ημέρες μας με την ανάρτηση αφισών στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα αρκετές περιπτώσεις χορτοφάγων και μικρά κινήματα εκδηλώθηκαν και στην Ελλάδα, ιδιαιτέρως δε στην πρωτεύουσά της. Αλλά υπήρξε και μία περίπτωση η οποία κρατούσε τα σκήπτρα της χορτοφαγίας. Λόγω της διακεκριμένης θέσης του στην κοινωνία και του ρόλου που διαδραμάτιζε στα δημόσια πράγματα, οπωσδήποτε απασχολούσε την κοινή γνώμη και πολλά λέγονταν, αλλά όχι δημοσίως.

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης απείχε από την κατανάλωση κρέατος 35 ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, φαίνεται πως ήταν πραγματικός βίγκαν, αφού, επίσης, δεν κατανάλωνε ψάρια, βούτυρο, οινοπνεύματα, καφέδες. Σώζονται πολλά περιστατικά για τον τρόπο που υποστήριζε την άποψή του και την ιδεολογία που είχε υιοθετήσει κατά τα άφθονα ταξίδια του στο εξωτερικό και στην Αγγλία. Διότι από εκεί ξεκίνησε οργανωμένα και πολύ νωρίς το κίνημα αυτό, εξ ου και ο όρος βιγκανισμός. Από εκεί, και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και ο όρος χορτοφάγος που χρησιμοποιείται από το 1839.

Βλάσης Γαβριηλίδης (Συλλογή ΕΣΗΕΑ).

Ποιητές και γιατροί πρωτοπόρησαν, ενώ στα μέσα του προπερασμένου αιώνα είχαν διαμορφωθεί δύο κατηγορίες χορτοφάγων. Μία ακραία, με εκείνους που δεν κατανάλωναν τίποτε ζωικό, και μία μετριοπαθής, που δεν είχαν αντίρρηση στην κατανάλωση αβγών, γάλακτος και ψαριών.[1] Στους πρώτους ανήκε και ο περίφημος Έλληνας εκδότης, που κατανάλωνε κυρίως όσπρια και ελιές, καθώς και χόρτα και φρούτα, όσο περισσότερα μπορούσε. Όποτε εντόπιζε κάποιο άρθρο χορτοφαγίας, οσπριοφαγίας ή φρουτοφαγίας στον ξένο Τύπο, έσπευδε να το μεταφράσει και να το παρουσιάσει στην εφημερίδα «Ακρόπολις», προπαγανδίζοντας ταυτοχρόνως τα ζητήματα αυτά.

Ένα Πάσχα ο επιφανής εκδότης επέβαλε στους δημοσιογράφους της εφημερίδας του να γράψουν κάτι εορταστικό. Έγραψε και ο ίδιος ένα αρθρίδιο, υποστηρίζοντας πως ο κόσμος θα ήταν καλύτερος και η γιορτή του Πάσχα πιο αληθινή, εάν ο κόσμος δεν έσφαζε τα αθώα και άκακα αρνάκια. Αυτό πίστευε, και έγραφε πως θα ήταν το Πάσχα πιο λευκό και αγνό, όπως το φως του αναστάντος Θεού. Έτσι είχαν τα πράγματα και το… πειραχτήρι της εφημερίδας, ο Σταμάτης Σταματίου, στο χρονογράφημα που έδωσε στον αρχισυντάκτη του Θ. Συναδινό έγραφε: «Τέτοια ημέρα χαράς και απολαύσεως, όπου η τράπεζα γέμει παντός αγαθού, όπως λέγει και ο Χρυσόστομος, μόνον οι γίδες και διευθυντής της «Ακροπόλεως» βόσκουν τρώγοντες χόρτα κ.λπ.»![2]

Τα ηρωικά μουστάκια του Θ. Συναδινού κόντευαν να τιναχτούν στο αέρα όταν διάβασε το κείμενο του Σταματίου. Αλλά ο καλοκάγαθος Βλ. Γαβριηλίδης γέλασε με την καρδιά του, με τον ιδιαίτερο και θορυβώδη τρόπο του. Επέτρεψε τη δημοσίευση του κειμένου, διαγράφοντας όμως το όνομά του και αφήνοντας την ιδιότητά του διευθυντού της «Ακροπόλεως». «Βρε κακέ χριστιανέ», είπε απευθυνόμενος στον Σταματίου, «η μόνη τιμωρία που θα σου επιβάλω για το ασεβές κείμενό σου είναι, πρώτον, να το δημοσιεύσω για να σε εκθέσω και, δεύτερον, να σε δω να κατασπαράζεις τη σάρκα αθώων πλασμάτων του Θεού, τα οποία είναι πιο αθώα ακόμη και από τον Ραβάνη». Ο τελευταίος ήταν, επίσης, χορτοφάγος και ένας από τους συντάκτες της «Ακροπόλεως». Ένας καλός, τίμιος και ειλικρινής εφημεριδογράφος που δεν διαμαρτυρόταν ποτέ και για τίποτα. Ακόμη και όταν ο Βλ. Γαβριηλίδης έκανε τρεις μήνες να τον πληρώσει!