«ΛΟΥΚΟΥΜΗΣ»: Ο πιο ένδοξος αστυνομικός σκύλος του κλεινού άστεως

Πρωταγωνίστησε σε συζήτηση της Βουλής και υμνήθηκε από τον ποιητή Δημήτριο Κόκκο

Γράφει ο Ελευθέριος  Γ. Σκιαδάς

 

Σκίτσο του Λουκούμη από τον Τύπο της εποχής.

 

Ήταν αδέσποτος και κακοποιημένος από ανθρώπινα χέρια, αλλά έγινε ο πρώτος αστυνομικός σκύλος στην ελληνική Iστορία και υπηρέτησε τους ανθρώπους του Χαρίλαου Τρικούπη. Απασχόλησε δύο συνεδριάσεις της Βουλής των Ελλήνων, πρωταγωνίστησε στην καθημερινότητα της εποχής του, έγινε πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες και περιοδικά, στίχοι γράφτηκαν για χάρη του και έφυγε από τη ζωή χωρίς να βιογραφηθεί όπως του άξιζε. Έφερε το ηρωικό όνομα «Λουκούμης».

Όλες οι πηγές συμφωνούν πως ήταν Αθηναίος, αφού είχε γεννηθεί στην Πλάκα, αλλά δεν ανήκε σε επιφανές γένος. Ήταν ένας από τους αδέσποτους που δεν είχε μαζέψει ο φοβερός και τρομερός μπόγιας της εποχής, ο οποίος συλλάμβανε τα δύστυχα τετράποδα και τα μετέφερε στον φούρνο που διατηρούσε στην Ιερά Οδό. Πώς έφτασε όμως ένα συμπαθές τετράποδο να ενταχθεί στη δύναμη του Β’ Αστυνομικού Τμήματος των Αθηνών, το οποίο στεγαζόταν στην πλατεία Κλαυθμώνος και να προκαλέσει συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στη Βουλή;

 

«Δρόμος της Αθήνας με την Ακρόπολη στο βάθος». Υδατογραφία Χ. Κ. Στίλλιγκ.

 

Πλακιώτης δραστήριος

Η ιστορία του Λουκούμη είναι πραγματική και συγκινητική. Δεν προοριζόταν βεβαίως για αστυνομικά καθήκοντα. Τριγυρνούσε αδέσποτος κάνοντας αιφνιδιαστικές εφόδους στα χασάπικα της Πλάκας αρπάζοντας κόκαλα και τα υπόλοιπα από τα σφάγια. Αλλά οι χασάπηδες της εποχής ήταν άσπλαχνοι και δεν ενστερνίζονταν την πείνα του Λουκούμη, ακόμη δε περισσότερο δεν υιοθετούσαν τις μεθόδους του. Οπότε ένας χασάπης της οδού Αδριανού τού έκοψε για τιμωρία τα δυο αυτιά του. Δράστης ο περίφημος Μανιτόμπας, χασάπης με σμιχτό φρύδι και μεγάλη κρεατοελιά στο μάγουλο.[1]

Ο Λουκούμης δεν έχασε το ηθικό του. Έχασε όμως σε λίγο καιρό και άλλο μέλος του σώματός του. Πέραν των άλλων αναμίχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής του. Στις δημοτικές εκλογές του 1887, ο Τιμολέων Φιλήμων εκλέχθηκε δήμαρχος Αθηναίων. Κάποιοι φανατικοί οπαδοί του θέλησαν να διακωμωδήσουν τον αντίπαλό του και πρώην δήμαρχο Παναγή Κυριακό. Έπιασαν τρεις αδέσποτους σκύλους και έδεσαν τενεκέδες στην ουρά τους. Ένας από τους τρεις τενεκεδοφόρους ήταν και ο Λουκούμης, ο οποίος έτρεχε στα σοκάκια της Πλάκας σέρνοντας πίσω του το αλληγορικό λάβαρο της εκλογικής πανωλεθρίας του Π. Κυριακού και κάνοντας δαιμονισμένο θόρυβο.

 

Η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών (τέλη 19ου αιώνα).

 

Ένας αστυνομικός κλητήρας που παρακολουθούσε τη σκηνή, τον λυπήθηκε. Τράβηξε λοιπόν το ξίφος του για να κόψει το σπάγκο, αλλά αστόχησε αφαιρώντας και τη μισή ουρά του σκύλου! Ο κλητήρας μάζεψε τον τραυματία και τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα, όπου το ακρωτηριασμένο τετράποδο προσείλκυσε τη συμπάθεια του αστυνόμου και μετέπειτα νομάρχη Κωνσταντίνου Αλεξανδρόπουλου. Αυτό ήταν. Περίθαλψη, δωρεάν σίτιση και στέγαση γρήγορα μετέβαλαν τον Λουκούμη σε σκύλο του νόμου. Ως άλλος γενίτσαρος κυριεύτηκε από μία ακατανίκητη αντιπάθεια για τον υπόκοσμο, έγινε ο φόβος και ο τρόμος των κακοποιών και εξελίχθηκε σε έναν πρώτης τάξεως αστυνομικό σκύλο.

Αστυνομική αυθεντία

Απέκτησε ένστικτο να διακρίνει τα πρόσωπα εκείνα που είχαν αποκτήσει δοσοληψίες με την Αστυνομία. Ο Θ. Βελλιανίτης πιστοποιούσε, πολλά χρόνια αργότερα, πως ο Λουκούμης αναγνώριζε τους λωποδύτες, τους παραβάτες του νόμου περί φορολογίας του καπνού και τους χαρτοπαίκτες. Όσοι γλίτωναν από τους κλητήρες, όπως ονομάζονταν οι αστυνόμοι, καταδιώκονταν από τον Λουκούμη. «Κατήντησεν ο επικινδυνωδέστερος ανιχνευτής των ατάκτων στοιχείων της πόλεως», προσελκύοντας έτσι και το μίσος τους. Τους κακομεταχειριζόταν, τους δάγκωνε και τους έσχιζε τα ρούχα.

Εάν είχε κάποια αγαθά ένστικτα, του τα διέφθειραν οι αστυνομικοί κλητήρες που τον συνήθισαν να αρπάζει τις σταχτιές ρεπούμπλικες από τα κεφάλια των χαρτοπαικτών και των τραμπούκων που οδηγούνταν στο Τμήμα. Αλλά δεν άφηνε ήσυχους και τους κανταδόρους που ξεσήκωναν τις γειτονιές με τις φωνές τους. Στον βούρδουλα των κλητήρων προσέθετε ο Λουκούμης τα δόντια του. Όλα αυτά τον έκαναν πασίγνωστο και συχνά πυκνά οι εφημερίδες ασχολούνταν με την προσωπικότητά του.[2] Πάντως, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που φαίνεται πως νεότατος είχε γνωρίσει τα καμώματα του Λουκούμη, πιστοποιούσε πως ήταν ρέμπελος και πλιατσικολόγος και πως παραβίαζε τον νόμο περισσότερο από τους κακοποιούς![3]

 

 

Παλιά Βουλή

 

Καταγγελίες στη Βουλή

Δεν άργησε όμως να έρθει και η πρώτη σοβαρή καταγγελία. Κάποιος κομματάρχης ονόματι Ταμπακόπουλος επισκέφτηκε τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη για να του καταγγείλει πως είχε δεχτεί επίθεση από μπράβους του Τρικούπη. Το επεισόδιο συνέβη σε καφενείο, απ’ όπου ο Ταμπακόπουλος οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα της πλατείας Κλαυθμώνος. Αφού δάρθηκε άγρια, σύμφωνα με την καταγγελία του, παραδόθηκε στον Λουκούμη για τα περαιτέρω. Έδειχνε δε τα οδυνηρά και βαθύτατα αποτυπώματα οδόντων που είχε στα οπίσθιά του. Αργότερα αποδείχθηκε πως ο Ταμπακόπουλος με την αρωγή δύο ακόμη ανδρών είχε κακοποιήσει ένα μπακαλόπαιδο. Στις φωνές του τελευταίου έτρεξαν οι αστυνομικοί κλητήρες συνοδευόμενοι από τον Λουκούμη, ο οποίος καταδίωξε και συνέλαβε τον δράστη χρησιμοποιώντας όχι και τόσο αβρό τρόπο.

Αλλά ο Δηλιγιάννης βρήκε ευκαιρία να αναστατώσει τη Βουλή με πολύκροτη επερώτηση που περιστρεφόταν γύρω από τη δράση του Λουκούμη. Δύο ημέρες συζητούσε η Βουλή για το τετράποδο. Ο Δηλιγιάννης εξαπέλυσε κεραυνούς. Κινδύνευε η προσωπική ασφάλεια των κομματικών φίλων του. Αφού λοιπόν οι σκύλοι είχαν περιληφθεί στην αστυνομική επετηρίδα, αποτελούσαν κενές λέξεις οι συνταγματικές ελευθερίες! Τα σενάρια έδιναν και έπαιρναν στα καφενεία. Οι Δηλιγιαννικοί υποστήριζαν πως η κυβέρνηση Χαρ. Τρικούπη είχε καταστρώσει σχέδιο εξόντωσης των αντιπάλων της καλλιεργώντας ιδιαίτερη ράτσα αστυνομικών σκύλων.

Πολιτική και σάτιρα

Στην αίθουσα της Βουλής εξελίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους και ακούστηκαν διάφορα. Ο Αλ. Κουμουνδούρος ζητούσε να προσαχθεί ο κακοποιημένος Ταμπακόπουλος στη Βουλή, ώστε οι φιλοδηλιγιαννικοί βουλευτές να κατανοήσουν το μέγεθος του κακού. Άλλοι, από τα θεωρεία, φώναζαν να προσαχθεί και ο δράστης Λουκούμης, ενώ ο αρμόδιος για την Αστυνομία υπουργός Εσωτερικών Στέφανος Δραγούμης έσπευδε να χαριτολογήσει υπέρ του Λουκούμη. Δύο ημέρες ο τετράποδος, που φερόταν πλέον ως σκύλος του αστυνόμου Αλεξανδρόπουλου, πρωταγωνιστούσε στις συζητήσεις της Βουλής, ενώ ο πανούργος Θεόδ. Δηλιγιάννης αναστάτωνε την αίθουσα με τις φωνές του: «Εάν εξακολουθήση η κατάστασις αυτή, θα τεθώμεν επί κεφαλής των πολιτών και θα κατέλθωμεν πάνοπλοι εις τα πεζοδρόμια»!

Σε δύο συνεχείς συνεδριάσεις, στις 26 και 28 Απριλίου 1890, απασχόλησε τους εθνοπατέρες ο περιβόητος Λουκούμης κατακτώντας έτσι την κορυφή της δόξας. Δεν ήταν δυνατόν βεβαίως το θέμα να ξεφύγει και από τις σατιρικές πένες της εποχής, με πρώτη και καλύτερη εκείνην του Δημήτριου Κόκκου που έσπευσε να υμνήσει το ένδοξο τετράποδο:

Ω ύπαρξις ευτυχισμένη,

ω χαϊδεμένο μας σκυλί,

που τόσος έτυχε να γένη

για σένα λόγος στη Βουλή.

Πως σύμμαχός των επεφάνης

πεσμένος απ’ τον ουρανό

και σ’ έχαψε ο Δεληγιάννης

ωσάν …λουκούμι Συριανό.

 

Τέτοιες φωνές μη σε φοβίζουν

Γαύγιζε! Γαύγιζε κι αυτοί

ωσάν και σένα δεν γαυγίζουνφ

σαν είν’ η πόρτα σφαλιστή;[4]

 

Αναγνώριση – Άδοξο τέλος

Μα βρήκε και άλλον απρόσμενο υποστηρικτή ο Λουκούμης, τον δημοσιογράφο και εκδότη Ιωάννη Καμπούρογλου. Ο άνθρωπος που μισούσε τα σκυλιά και είχε παλαιότερα διεξαγάγει ολόκληρη σταυροφορία εναντίον τους, πρότεινε την καθιέρωση ειδικού μεταλλίου για αστυνομικούς σκύλους όπως ο Λουκούμης! «Έπρεπε να εκφράσουν την χαρά των οι ομιλήσαντες εν τη Βουλή περί δήθεν κακοποιήσεως πολιτών υπό αστυνομικών σκύλων, διότι εγνωρίσθη το ευχάριστον, ότι ανετράφησαν και παρ’ ημίν κύνες τινές υπό της καταδιώξεως, αξιοθαύμαστοι εν τη υπηρεσία.

Τοιούτος δε είναι ο περίφημος σκύλος του αστυνόμου κ. Κ. Αλεξανδροπούλου, ο συκοφαντηθείς υπό της αντιπολιτεύσεως Λουκούμης. Τοιούτος σκύλος είναι άξιος βραβείου και όχι κακολογιών», έγραφε στην εφημερίδα του ο Ι. Καμπούρογλου.[5] Μάλιστα ο ίδιος μας πληροφορεί πως υπήρχε και άλλος σκύλος αστυνομικός, ο οποίος ονομαζόταν «Τούρκος» και είχε συλλάβει πολλούς λωποδύτες![6]

Όσο για το τέλος του Λουκούμη, τις πιο έγκυρες πληροφορίες έδωσε το αφεντικό του, ο Κ. Αλεξανδρόπουλος λέγοντας πως πέθανε σε βαθύτατο γήρας «χωρίς να λάβη σύνταξιν ούτε καν ευαρέσκειαν διά τας υπηρεσίας που προσέφερεν εις την αστυνομίαν»!